Παν. Δρακόπουλος, Η Εκκοσμικευτική Πορεία

Από: Π. Δρακόπουλος: Μεσαίωνας – Ελληνικός και Δυτικός, εκδ. Παρουσία, 2002

Η ΡΩΜΑ·Ι·ΚΗ αυτοκρατορία δεν κατόρθωσε να διατηρήση την ενότητα της οικουμένης, για την οποία είχεν αγωνισθή ο Μέγας Αλέξανδρος. Η ριζική αναδιοργάνωση και ο κατ’ ουσίαν διαμελισμός της αυτοκρατορίας από τον Διοκλητιανό εξέφρασε την αναγνώριση του γεγονότος ότι η οικουμένη διακρινόταν ήδη σε δύο ζώνες: την ελληνοκεντρική καί τη λατινοκεντρική. Εις πείσμα του οικουμενικού πνεύματός του, ο χριστιανισμός έπεσε στην αρχή θύμα αυτής της διακρίσεως και, αμέσως μετά, έγινε ο πρωταγωνιστής της.

Είναι αληθές ότι ο εκλατινισμός της δυτικής Εκκλησίας είχεν ολοκληρωθή πριν ακόμη ο Μέγας Κωνσταντίνος καταλάβη την εξουσία. Ο δυτικός χριστιανισμός διατυπώθηκε σε νομική γλώσσα και θεμελιώθηκε πάνω σε μια βίαιη αντίθεση προς το ελληνικό φιλοσοφικό πνεύμα. Είναι γεγονος ότι κατ’ αρχήν όλοι οι χριστιανοί, σ’ Ανατολή και Δύση, εφοβούντο τη φιλοσοφία, αφού την χρησιμοποίησαν ως όπλο τους oι παγανιστές για να ωθήσουν τον χριστιανισμό μέσα στη χοάνη του συγκριτισμού. Όταν οι χριστιανοί ερωτούν ποια πρέπει να είναι η στάση τους έναντι της φιλοσοφίας, ερωτούν όχι περί μιας στάσεως του πνεύματος, όχι περί ενός τρόπου του σκέπτεσθαι, αλλά περί ενός κινδύνου, μιας απειλής. Πρέπει εδώ να σημειωθή ότι ο παγανιστικός κόσμος δεν απέρριπτε το χριστιανισμό· τον προσελάμβανε, όμως, μέσω της συγκριτιστικής αντιλήψεως τον γνωστικισμού. Ο γνωστικισμός πίστευε ότι όλες οι θρησκείες είναι εξ ισου αληθείς, αφού όλες είναι μύθοι που συμβολίζουν την ίδια θεμελιώδη και έσχατη αλήθεια. Ως εξ αυτού ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος Σεβήρος είχε στο ιδιωτικό του ναϋδριο αγάλματα του Αβραάμ, του Ορφέως, του Ιησού και του Απολλωνίου Τυανέως, ενώ ο Μάνης θεωρούσε προφήτες του τον Βούδδα, τον Ζωροάστρη και τον Ιησού. Εξ άλλου, ο φιλοσοφικός προβληματισμός, οσοδήποτε καλόπιστος κι αν ήταν, έθετε ερωτήματα στα οποία η απάντηση δεν ήταν εύκολη, αφού ο χριστιανισμός δεν είχε ακόμη διαμορφώσει κάποιο δόγμα, κάποιο σταθερό πνευματικό πλαίσιο. Δεν υπήρχε απάντηση ούτε καν στο ερώτημα, ποια είναι τα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας. Μεταξύ των πιστών κυκλοφορούσε μέγας αριθμός αποκρύφων Ευαγγελίων, Πράξεων και Αποκαλύψεων. Σύγχυσις υπήρχε ακόμη και για τα Ευαγγέλια. Πολλοί Ρωμαίοι απέρριπταν το Ευαγγέλιο και την Αποκάλυψη του Ιωάννου, ενώ εδέχοντο την (απόκρυφο) Αποκάλυψη του Πέτρου. Τα σύνορα μεταξύ ορθοδοξίας και αιρέσεως ήσαν ακόμη ρευστά, και μπορούσες πάρα πολύ εύκολα να περάσης από τη μία όχθη στην άλλη. Οι αιρετικοί αυτοί, γοητευμένοι τελικώς από την α ή β παραλλαγή του γνωστικισμού, συνέχιζαν ν’ αποκαλούν τους εαυτούς των χριστιανούς. Αυτό το πρόσθετο στοιχείο συγχύσεως ανάγκασε τον Ιουστίνο να διαμαρτυρηθή: «πάντες οι από τούτων ορμώμενοι, ως έφημεν, Χριστιανοί καλούνται, ον τρόπον και oι ου κοινωνούντες των αυτών δογμάτων τοις φιλοσόφοις το επικατηγορούμενον όνομα της φιλοσοφίας κοινόν έχονσιν»46 [Απολογία, Α 26]. Καθώς παρατηρεί ο Π. Χρήστου: Ο γνωστικισμός «ήτο εν φάντασμα το οποίον εδίωκε κατά πόδας τον χριστιανισμόν και περιεπλέκετο εις αυτούς επί δύο τουλάχιστον αιώνας. Αυτό είχε κατανοηθή ήδη υπό των Αποστόλων, δύο των οποίων κατέστησαν ιδιαιτέρως προσεκτικούς τους μαθητάς των «βλέπετε μη τις υμάς ο συλαγωγών διά της φιλοσοφίας και κενής απάτης κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Χριστόν»· «ουκ έστιν αύτη η σοφία άνωθεν κατερχομένη, αλλά επίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης.»»

Pages: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14

You may also like...