Α.-Ι. Δ. Μεταξάς: Επειδή του νου το μάτι εντελώς ελεύθερα δεν ψάχνει

Από «Η Ρητορική των Ερειπίων», ἐκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2005

ΤΑ ΑΘΙΚΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ δείχνουν να συγκρατούν, μέσα από τη διασωθείσα αρτιότητά τους, την πληρότητα του ηθελημένου αρχικού νοήματός τους. Κάτι που δεν αποκλείει, βέβαια, και για αυτά, επίθετες σημασιοδοτήσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να μην επηρεάζονται από το πραγματικό γεγονός ότι το μνημείο παραμένει άθικτο. Η διατήρηση της αρτιότητάς του δεν σημαίνει ότι αποτρέπει την παραγωγή και άλλων επιγενόμενων συμβολισμών ή μεταχρήσεων, όχι πάντα «ομόφωνων» με τα όσα, «τότε», το μνημείο ιδρυτικά εδήλωνε.

Τα ερείπια, όμως; Αυτά, ως υπόλοιπα, πώς μιλούν; Πώς κατεξουσιάζουν; Τον όρο «κατεξουσίαση», όπως και με άλλες αφορμές έχω διευκρινίσει, τον παραφυλάσσω για να δηλώσω κάθε φορά ότι εκείνος ο οποίος υποχρεώνεται να κάνει κάτι, αυτό «του συμβαίνει» γιατί νομίζει ότι έχει ελεύθερα, «αβίαστα» δεχθεί ό,τι του ζητούν. Έτσι, η υπό άλλες συνθήκες αναμενόμενη κριτική του αντίδραση έχει τώρα αναιρεθεί. Ή, και το περισσότερο επικίνδυνο, νομίζει πως αυτήν την κριτική στάση τη διατηρεί, ενώ στην πραγματικότητα ένα άλλο καθεστώς παθητικής πρόσληψης του έχει επιβληθεί. Υπάρχει όμως και ένας πρόσθετος λόγος που ενισχύει την αίσθηση κατεξουσίασης που τα ερείπια προκαλούνε. Είναι ότι το παρελθόν, το οποίο ένα συγκεκριμένο ερείπιο εκπροσωπεί, αθωώνει πολλές από τις δόλιες χρήσεις του πολιτικού παρόντος για τις οποίες, ακριβώς, σε αυτό, στο ερείπιο, κάποιοι προστρέχουν. Οποιοδήποτε ερείπιο, ακόμα και το πιο «δωρικό», το πιο επιβλητικό, το πιο ογκώδες, αυτό που μια λεπταίσθητη αντίληψη θα αποστρεφόταν, προστατεύεται, ως ερείπιο που είναι, από μια επιγενόμενη ρομαντικότητα. Η όψη του, έστω και αν προκαλεί μελαγχολία, δίνει την εντύπωση ότι αναπόδραστα, κάποια στιγμή -αλλά με άγνωστο το πότε-, το κάποτε άρτιο σε αυτό θα κατέληγε. Και ότι τη στιγμή της τελικής αποσάθρωσής του θα ενωθεί με τη φύση, μετατρέποντας, αργόσυρτα και αδιόρατα, τα έντεχνα σήμερα μέλη και σχήματα από τα οποία συγκροτείται σε εκ νέου ανώνυμα υλικά, απορροφημένα πια από το περιβάλλον. Η αίσθηση αυτή άλλοτε παράγει θλίψη και άλλοτε καλλιεργεί έναν ιστορικό ντετερμινισμό, αν μπορούμε να τον ορίσουμε έτσι, με τον οποίο η αρχική απόλαυση ενός ερειπίου, από ρομαντική -και ανάλογα με τους πολιτισμικούς προσδιορισμούς της εποχής και του καθενός ξεχωριστά- μπορεί να μετατραπεί σε ρεαλιστική σκέψη. Από την άποψη αυτή, το ερείπιο είναι όντως ένα «memento mori», αφού η υπόμνηση του οριστικού τέλους του, όσο και να αποδιώκεται, υφέρπει ως αναπόδραστη.

Canaletto, Ruins of Padova

Η όψη των ερειπίων, εξ αντικειμένου ελλειπτική, μοιάζει να σκιαγραφεί εκείνο που τώρα, ως ανέπαφο, δεν υπάρχει. Αλλά η ρητορική αποδοτικότητα της εικόνας τους -γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο- μπορεί να είναι πιο υπαινικτική. Κάθε ερείπιο «ιδεαλίζει» άθελά του μια μορφή τέχνης και με αυτήν του τη λειτουργία συμμετέχει, στη συνέχεια, στην αισθητικοποίηση όχι μόνο του «τότε» καιρού, αλλά και του «παρόντος» χρόνου. Αυτό ενισχύεται ακόμα περισσότερο όταν, αργότερα, ερείπιο και χώρος «συνζωγραφίζονται» ή «συνφωτογραφίζονται» σε σχέση με ορισμένο τόπο, ή αποτελούν, ως ενιαίο όλο, ένα λογοτεχνικό ή μουσικοθεατρικό έργο (προλαβαίνοντας τη …βαγκνερική αντίληψη!). Μέσα σε αυτό το Gesamkunstwerk, ερείπια και χώροι «ιεροφανίζονται» (με την τεχνική έννοια του όρου) και έτσι τώρα καλλιτεχνικά προστατεύονται από κάθε αμφισβήτηση. Όχι σπάνια συνεπώς καταξιώνονται και οι συγκεκριμένοι τόποι, μετατρεπόμενοι σε ιστορικά τοπία ή συμβολικές συνθέσεις, οπότε τα εξιδανικευόμενα «πράγματα» είναι η διαιώνιση όχι μόνο μιας όψης, αλλά μιας θέας, μιας γραφικότητας ή μιας μουσικής ανάμνησης. Με την έννοια αυτή, το ερείπιο συμμετέχει στην αισθητικοποίηση της ιστορίας σαν άδολη εικόνα. Η επιρροή της εικόνας, όχι απλά του ερειπίου, αλλά της ερειποφανούς απόδοσης της πραγματικότητας, ως αίσθηση, π.χ., μιας ασαφούς φύσης, βρίσκει, ίσως, στη ζωγραφική ένα από τα πιο λεπταίσθητα πεδία εφαρμογής. Σε πολλούς από τους ρομαντικούς ζωγράφους στο γύρισμα του 18ου προς τον 19ο αιώνα διαπιστώνεται μια, αν μπορούσαμε να το πούμε, εκφραστική ομολογία ανάμεσα στα ερείπια και σε μια ισότροπα ασαφώς ζωγραφισμένη φύση. Δεν γνωρίζω αν αυτός ο «πρώιμος» εμπρεσιονισμός οφείλει κάτι στην ελλειπτική εντύπωση που προκαλεί το ερείπιο, αν δηλαδή ένα ήδη άθελα εμπρεσιονισμένο από τη φθορά μνημείο επηρεάζει και την εκούσια πια εμπρεσιονιστική αποτύπωση της φύσης, ή εκείνων των στιγμών της που δεν χαρακτηρίζονται από μια οπτικά αναμφισβήτητη σαφήνεια. Ερείπια, αμφιβολίες, ασάφειες και αβεβαιότητες κάπου συνεργάζονται, προκαλώντας διαδοχικά τόσο ιδεαλιστικές όσο και κριτικές αντιδράσεις. Και όλα αυτά μέχρι την ώρα που μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια του 19ου αιώνα, ιδίως τότε, η Τέχνη θα πρωτοστατήσει, λιγότερο ή περισσότερο ηθελημένα, στην επαναφορά, στην αποκατάσταση της αξίας της αβεβαιότητας, όχι μόνο ως εικαστικής τάσης, αλλά και, γενικότερα, ως μιας από τις ενδεχόμενες επιστημολογικές επιλογές για την ανάγνωση της μιας ή της άλλης από τις πολλές «αλήθειες». Ο Χάιζεμπεργκ δεν ζωγραφίζει, αλλά μήπως αισθητικά η φιλοσοφία της αβεβαιότητας προαναγγέλλεται; Το ερείπιο πάντως συναντάται στη ζωγραφική θεματολογία κυρίως από τον 16ο αιώνα, είτε ως οπισθόχωρο και συχνά μόλις διαγραφόμενο(1) περιβάλλον είτε και ως κύριο θέμα. Πολύ αργότερα θα το συναντήσουμε σε πραγματικές υπαίθριες απομιμήσεις ή και σε πιο ελεύθερες ζωγραφικές συνθέσεις φανταστικών ερειπιώνων, κάθε φορά με διάφορες σημασίες, οι οποίες μέσω του ερειπίου προσβλέπεται να αποκτήσουν προωθητική αίγλη. Γι’ αυτό ένα μέρος ακόμα και αυτής της ιστορίας του πολιτειακού και πολιτικού κύρους, θεσμικού ή προσωπικού -ενός πολύ σημαντικού ζητήματος της σύγχρονης Πολιτικής Ψυχολογίας- θα μπορούσε να υποβοηθηθεί από την ιστορία της ζωγραφικής χρήσης των ερειπίων. Πραγματικά ή φανταστικά, μετέχουν στη σκηνογραφία τόσο της θρησκευτικής όσο και της …πολιτικής αγιογραφίας. Ορισμένα κείμενα ή ηγεμονικά πορτρέτα «υπο-στηρίζονται» από οπισθόθετα ή παρακείμενα καταξιωτικά ερείπια.(2)

Pages: 1 2 3

You may also like...