Κ. Καστοριάδης: Εισαγωγή στη θεωρία των κοινωνικών επιστημών

Εποπτεία, τεύχη 11 – 12, Μάιος – Ιούνιος 1977

Η θεωρία των κοινωνικών επιστημών, τμήμα όχι βέβαια της επιστήμης της ίδιας, αλλά της φιλοσοφίας – και ειδικά της θεωρίας της γνώσης, σκοπό έχει την έρευνα της γνωστικής διαδικασίας μέσα στις κοινωνικές επιστήμες, δηλαδή των στοιχείων που συγκροτούν κοινωνική επιστήμη, του τρόπου σύνθεσής τους, του συστηματικού προσανατολισμού και του κύρους αυτής της σύνθεσης καθώς και την τοποθέτηση της κοινωνικής επιστήμης και της κοινωνίας μέσα στο όλο της γνώσης και του κόσμου. Στην πρώτη κατεύθυνσή της είναι η εσωτερική, στη δεύτερη η εξωτερική θεωρία των κοινωνικών επιστημών.

Η επιστήμη επιδιώκει μιαν ορθή σύνθεση μορφής και ύλης˙ μια τέτοια ορθή σύνθεση επιδιώκει κι η θεωρία της επιστήμης˙ ύλη όμως στην τελευταία περίπτωση είναι η επιστήμη ολόκληρη. Σ’ εκείνο που συγκεκριμένα επιτελεί η επιστήμη, η θεωρία της επιστήμης προσθέτει την αυτοσυνείδηση. Τη διάπλαση μιας ύλης με τη χρησιμοποίηση μιας μορφής προς ένα ιδεατό αντικείμενο, που εκφράζει την ορθή τους σύνθεση, διάπλαση που κινείται μέσα στο πεδίο του συγκεκριμένου, η θεωρία της επιστήμης θέλει να την εκφράσει γενικά ερευνώντας την υλικότητα, τη μορφικότητα και την ορθότητα της σύνθεσής τους.

Cornelius Castoriadis by Pablo Secca

Αυτή όμως η γενικευτική και με μιαν έννοιαν αναλυτική (ταυτολογική στο περιεχόμενό της) εργασία δεν εξαντλεί την αποστολή της θεωρίας της επιστήμης. Η θεωρία της επιστήμης αποβλέπει και σ’ ένα ιδεώδες καθαρά δημιουργικό: την παραγωγή αξιωμάτων που υπάρχουν στη βάση των επιστημών, από ένα κεντρικό σύστημα, που μερικές του περιπτώσεις πρέπει ν’ αποδειχθούν τα πρώτα και την παραγωγή αυτού του πρώτου συστήματος από μια τελική και πρώτη πρόταση, την υποθετική πρόταση για τους όρους της δυνατότητας της γνώσης. Αυτή την παραγωγή την επιβάλλει η ενότητα του θεωρητικού, είτε κινείται στο χώρο του (σχετικά) συγκεκριμένου είτε κινείται στο χώρο του γενικού. Θεωρητική φιλοσοφία και επιστήμη δεν μπορούν να χωρίζονται μεταξύ τους. Επιστήμη είναι μια ειδική περίπτωση της φιλοσοφίας. Η επιστήμη μπορεί να ονομάζεται έτσι, όσο προσφέρει αλήθεια˙ και μόνη της δεν μπορεί ποτέ να προσφέρει αλήθεια. Η ενότητα του θεωρητικού, τώρα πια διαφοροποιημένη εσωτερικά, περνάει για δεύτερη φορά, ύστερα από τους προσωκρατικούς, τον ορίζοντα.

Σαν εσωτερική θεωρία μιας επιστήμης ορίζω: α) Τη (γενικευτικήν) έρευνα των στοιχείων της επιστήμης: επιστήμη είναι σύστημα ορθών κρίσεων. Ανάλυση χρειάζονται λοιπόν: η έννοια της κρίσης της ορθότητας της κρίσης και του συστήματος.

Η ανάλυση της κρίσης οδηγεί στη διαπίστωση πως κρίση είναι μια σύνθεση (η δημιουργία ενότητας)˙ η διάκριση του συντιθέμενου και του τρόπου της σύνθεσης, δηλαδή σε νεοκαντιανή διάλεκτο της ύλης και της μορφής, οδηγεί στην έρευνα αυτών των δύο εννοιών, όπως εμφανίζονται στο συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο.

II. Το πρόβλημα της ορθότητας της κρίσης ανάγεται στο πρόβλημα της ανεύρεσης των όρων που δίνουν κύρος σε μια τέτοια σύνθεση. Η θεωρία της επιστήμης είναι γι’ αυτό υποχρεωμένη να ξεκινάει απ’ τον καθορισμό της έννοιας του κύρους ή της έννοιας της αλήθειας.

III. Κι ύστερα απ’ τους καθορισμούς αυτούς εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα: τι προσδίνει ενότητα σ’ αυτόν τον σωρό των κρίσεων; Έτσι υποχρεώνεται η θεωρία της επιστήμης να ερευνήσει το πρόβλημα της συστηματικής ενότητας τής επιστήμης.

β) Την παραγωγή των αρχών της επιστήμης. Κάθε επιστήμη τείνει στο ιδεώδες της αξιωματοποίησης, δηλαδή της παραγωγής όλων των προτάσεών της από ένα όσο γίνεται μικρότερο αριθμό βασικών προτάσεων ή αξιωμάτων. Έτσι μάλιστα κατορθώνουν να δώσουν κι ένα ακριβή ορισμό της αλήθειας: αλήθεια είναι η μη αντίφαση προς το υποτιθέμενο σύστημα αξιωμάτων. Γίνεται αμέσως έτσι φανερό πως η ερώτηση για την αλήθεια των αξιωμάτων δεν μπορεί να έχει κανένα καθορισμένο νόημα. Για τη φιλοσοφία όμως, επειδή η έννοια της αλήθειας που δίνει είναι ευρύτερη (συμφωνία με τους γενικούς όρους της δυνατότητας της γνώσης), το ερώτημα αυτό (για την αλήθεια των αξιωμάτων) έχει νόημα. Αλλοιώς θάταν υποχρεωμένη να διασπάσει την ενότητα του θεωρητικού (που ειδικές επιστήμες πραγματικά την αγνοούν, όπου όμως εκείνη είναι υποχρεωμένη να θεμελιωθεί) και να παραδεχτεί το σύγχρονο κύρος προτάσεων αντιφατικών (στηριγμένων σε διάφορα συστήματα αξιωμάτων). Για την επιστήμη η έννοια της αλήθειας μόνο υποθετικά μπορεί να προσδιοριστεί˙ για τη φιλοσοφία πρέπει να καθοριστεί κατηγορικά (για τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα αυτής της κατηγορικότητας βλ. πιο κάτω). Έτσι δημιουργείται ένα δεύτερο, σημαντικώτερο γιατί δημιουργικό, καθήκον για τη θεωρία της επιστήμης: να παραγάγει τις αρχές της επιστήμης, να θεμελιώσει δηλαδή συγκεκριμένα την επιστήμη, που σταματάει την αυτοθεμελίωσή της στα αξιώματα της.

Pages: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12

You may also like...