Παν. Δρακόπουλος: Άλλοσε, άλλοτε

Από το πρώτο τεύχος της ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ, Απρίλιος 1976

Ημέρα πρώτη.

Ήταν νύχτα και πεινούσε και κρύωνε. Το κορμί του ήταν σπασμένο και πεταγμένο πάνω στα βράχια και τα χώματα, πάνω στα βρύα και τις γλιτσεράδες. Το κεφάλι του, ένα πολύτιμο βάζο ύστερ’ από μιαν απότομη θύελλα. Ο κορμός του, παλιό χειρόγραφο˙ τα άκρα του, γιγαντωμένα κι αφύσικα σαυροειδή. Κι όμως, δεν υπήρχε πουθενά λάθος. Μ’ όλη την πείνα του, ένιωθε πολύ καλά το άψογο των πράξεων. Καμιά άποψη δεν ήταν στρεβλή, ούτε κι η τοποθέτησή της.

Ήταν νύχτα και πεινούσε και κρύωνε. Ήταν το τέλος μιας μέρας συνηθισμένης, με τα ανόητα βλέμματα, τα άσκοπα περπατήματα, τις άδειες κουβέντες με άδειους ανθρώπους. Ήταν το τέλος μιας μέρας συνηθισμένης. Κι όταν φεύγοντας πια όταν κουρασμένος απ’ το βουητό αποφάσισε να τελειώσει κι έστριψε στη γωνιά, το είδε. Η κάθε κίνηση, είχε διακοπεί απότομα και μ’ όλα ταύτα διόλου υπερφυσικά. Ο κόσμος γύρω του ήταν μια φωτογραφία. Πετρωμένα τα πρόσωπα. Ένα φύλλο χαρτιού σταματημένο κοντά στα καλώδια του ηλεκτρικού, ένα τόπι δύο μέτρα πέρα από το πόδι του παιδιού, ένα φυστίκι μισοκαθαρισμένο στο πάνω χείλος του νεαρού.

Ήταν μέρα και διψούσε και βάδιζε. Ήταν ο μόνος που βάδιζε μέσα σ’ όλο το ακίνητο σύμπαν. Απότομα, τίναξε το χέρι του να δει αν όλα πήγαιναν καλά. Το χέρι του απλώθηκε, έφυγε απ’ τον ώμο, χτύπησε στο τοίχο της Τραπέζης κι επέστρεψε σ’ αυτόν. «Πρέπει να προσέχω» συλλογίστηκε, «φαίνεται πως η κίνηση, κι όταν υπάρχει, είναι δύσκολο να ελεγχθεί.»

Γκόγια - Ο Κολοσσός

Τότε, πλησίασε το πρόσωπο του διπλανού του. Πλησίασε αργά, προσεχτικά, αν και κάτι κομμάτια από τις φτέρνες του τινάχτηκαν πάνω, για να πέσουν ακριβώς όπως oι μπαλίτσες του πιγκ πονγκ. Κοίταξε μέσα στο στόμα του άλλου, κι είδε τη φράση σταματημένη στο λαρύγγι: — ράθα.

Μια ανεπαίσθητη κίνηση των τριχών στην σπονδυλική του στήλη, μια υποψία χάραξε το μεσόφρυδό του. Πλησίασε, πάντα με αργή κίνηση, άλλον, κοίταξε κι αυτουνού το στόμα, και στο βάθος του, είδε και πάλι μια κομένη λέξη. Σε λίγο ένας πυρετός μπήκε στο κορμί του, άρχισε να ψάχνει τα στόματα που μιλούσαν, τ’ αυτιά που άκουγαν. Ο πυρετός του ανέβαινε, oι κινήσεις του γίνηκαν σπασμωδικές, πίεζε τα ούλα των ανθρώπων για να βλέπει πιο άνετα το βάθος τους.
σέλι…ράβι…φτα…τήρι…άντα…κιά.
και πάλι:
ζάνε…ρότα…τρα…λούπα…κάνε…νια.

Pages: 1 2 3 4 5

You may also like...