Παν. Δρακόπουλος, Η καταγωγή του συμβόλου

Δοκίμιο για τη γένεση του έναρθρου λόγου

από: «Θεωρία της Γλώσσας», εκδόσεις IMAGO, Αθήνα 1982

Το ερώτημα για την καταγωγή του έναρθρου λόγου παραμένει ανοικτό και οι περί τούτου θεωρίες διαδέχονται η μία την άλλη[1], με το κύρος που μπορεί να διαθέτουν οι εικοτολογίες. Η αδυναμία συγκροτήσεως μιας υποχρεωτικής απαντήσεως ανάγκασε ορισμένους φιλοσόφους και επιστήμονες να το χαρακτηρίσουν «ψευδοπρόβλημα». Αλλά ένα πρόβλημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ψευδές επειδή στερείται λύσεως εμπειρικώς αποδεικνυόμενης. Το άλυτο ή το ανεπιβεβαίωτο μπορούν να ταυτισθούν με το ψευδές ή το ανύπαρκτο, μόνον εάν η αλήθεια εγκλωβισθεί στο πλαίσιο της εμπειρικής αποδείξεως. Ο εγκλωβισμός αυτός, τον οποίο επιχειρούν ορισμένες τάσεις του νεοθετικισμού[2], θα πρέπει ν’ αποδειχθεί επίσης – και μάλιστα κατά την ίδια τη λογική του: θα πρέπει ν’ αποδειχθεί εμπειρικώς ότι δεν υπάρχει αλήθεια πέραν της εμπειρικώς επιβεβαιούμενης. Άλλως, μας προσφέρεται ένα αξίωμα το οποίο πρέπει να δεχθούμε ως αναγκαίως και απολύτως αληθές και, συνεπώς, ως υπερβατικώς αληθές. Αλλ’ εν τοιαύτη περιπτώσει, η βαρυτική ισχύς του νεοθετικισμού οφείλεται στον μεταφυσικό πυρήνα του.

Το ερώτημα της καταγωγής του έναρθρου λόγου παραμένει ανοικτό, διότι συνάπτεται με το ερώτημα για τα οντολογικά θεμέλιά του. Αλλ’ επειδή η έρευνα αδυνατεί, προς το παρόν τουλάχιστον, να προσκομίσει αποδείξεις για όλο το εύρος των ιδιαιτέρων προβλημάτων, όσα ακολουθούν εδώ συνιστούν απλώς και μόνον υποθέσεις εργασίας.

*

Είναι γνωστόν ότι το πρώτο βήμα προς την ιστορία του πολιτισμού υπήρξε η έξοδος ορισμένων χομινιδών από τα δάση και η εγκατάστασή τους στη σαβάνα[3]. Το γεγονός τοποθετείται στη μειόκαινο περίοδο, όταν οι σαβάνες άρχισαν να επεκτείνόνται εις βάρος των δασών[4]. Η διαβίωση στο έδαφος και στον ανοικτό ορίζόντα επέφερε μεγάλες αλλαγές. Η όραση, ανεμπόδιστη πλέον από τα πυκνά φυλλώματα, έγινε στερεοσκοπική και αντικατέστησε τη μύτη στη θέση του κυρίου οργάνου αισθητηριακής αντιλήψεως. Η συγκριτική μελέτη του κρανίου των πρωτευόντων καταγράφει την προοδευτική ανάπτυξη της περιοχής του εγκεφάλου που συνδέεται με την όραση και τον αντίστοιχο περιορισμό της οσφρητικής ζώνης. Αποτέλεσμα αυτής της αναπτύξεως πρέπει να θεωρήσουμε τον ακριβή έλεγχο της κινήσεως των άκρων, τον συσχετισμό των αισθήσεων που συνδέόνται με τις κινήσεις αυτές, τη χρησιμοποίηση των χεριών ως εργαλείων – και ως εκ τούτου την εκτέλεση με τα χέρια εργασιών για τις οποίες άλλα είδη χρησιμοποιούν νύχια, δόντια κλπ. Η σαβάνα επέβαλε τα κάτω άκρα ως μέσο κινήσεως αντί των άνω (που επιβάλλει η κίνηση από κλαρί σε κλαρί στα δενδρόβια) και οδήγησε στη διαμόρφωση χεριών και ποδιών. Τα πόδια ώθησαν το σώμα στην όρθια στάση, που επέτρεψε ακόμη μεγαλύτερη ανάπτυξη του οπτικού πεδίου. Η μετατροπή των άνω άκρων σε χέρια – εργαλεία, απήλλαξε τις σιαγόνες από τα καθήκόντα του συλληπτηρίου οργάνου και του πολεμικού όπλου, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της πιέσεως των μυών επί των οστών του κρανίου — γεγονός που επέτρεψε την συνεχή διεύρυνση της κρανιακής κάψας[5].

Pages: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15

You may also like...