Maurice Blanchot: Τὸ βλέμμα τοῦ Ὀρφέα

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ὁ χῶρος τῆς λογοτεχνίας, Ἑξάντας, β’ἔκδ., Ἀθήνα 1994
Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης

Ὅταν ὁ Ὀρφέας κατεβαίνει πρὸς τὴν Εὐρυδίκη, ἡ τέχνη εἶναι ἡ δύναμη μὲ τὴν ὁποία ἀνοίγεται, ἡ νύχτα. Μὲ τὴ δυναμη τῆς τέχνης ἡ νύχτα ὑποδέχεται τὴν τέχνη, γίνεται ἡ ὑποδειγματικὴ μύχια περιοχή, ἡ ἐννόηση καὶ ἡ σύμπνοια τῆς πρώτης νύχτας. Ὅμως, γιὰ νὰ πάει πρὸς τὴν Εὐρυδίκη κατέβηκε ὁ Ὀρφέας. Γι’ αὐτόν, ἡ Εὐρυδίκη εἶναι τὸ ἀκρότατο σημεῖο ὅπου μπορεῖ νὰ φτάσει ἡ τέχνη• πίσω ἀπὸ ἕνα ὄνομα ποὺ τὴν ἀποκρύπτει καὶ πίσω ἀπὸ ἕνα πέπλο ποὺ τὴν καλύπτει, εἶναι τὸ βαθιὰ σκοτεινὸ σημεῖο πρὸς τὸ ὁποῖο φαίνεται πὼς τείνουν ἡ τέχνη, ὁ πόθος, ὁ θάνατος καὶ ἡ νύχτα. Ἡ Εὐρυδίκη εἶναι ἡ στιγμὴ ὅπου ἡ οὐσία τῆς νύχτας προσεγγίζεται ὡς ἡ ἄλλη νύχτα.

Ὡστόσο, τὸ ἔργο τοῦ Ὀρφέα δὲν συνίσταται στὸ νὰ ἐξασφαλίσει, μὲ τὴν κάθοδό του στὰ βάθη, τὴν προσέγγιση αὐτοῦ τοῦ «σημείου». Τὸ δικό του ἔργο εἶναι νὰ σύρει αὐτὸ τὸ σημεῖο στὴ μέρα καὶ μέσα στὴ μέρα νὰ τοῦ δώσει σχῆμα, πρόσωπο καὶ πραγματικότητα. Ὁ Ὀρφέας μπορεῖ τὰ πάντα ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ κοιτάξει καταπρόσωπο αὐτὸ τὸ «σημεῖο», ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ κοιτάξει τὸ κέντρο τῆς νύχτας μέσα στὴ νύχτα. Μπορεῖ νὰ κατεβεῖ πρὸς αὐτό, μπορεῖ —κι αὐτὸ εἶναι μιὰ δύναμη ἀκόμα πιὸ μεγάλη— νὰ τὸ ἑλκύσει πρὸς τὸ μέρος του καὶ νὰ τὸ ἐφελκύσει, μαζὶ μὲ τὸν ἑαυτό του, πρὸς τὰ ἐπάνω, ἀποστρέφοντας ὅμως τὸ πρόσωπό του ἀπὸ αὐτό. Ἡ ἀποστροφὴ αὐτὴ εἶναι τὸ μοναδικὸ μέσο γιὰ νὰ τὸ προσεγγίσει: αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀπόκρυψης ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται μέσα στὴ νύχτα. Ὁ Ὀρφέας ὅμως, μὲ τὴν κίνηση τῆς ἀποδημίας του, ξεχνᾶ τὸ ἔργο ποὺ ὀφείλει νὰ πραγματοποιήσει καὶ τὸ ξεχνᾶ ἀναγκαστικά, διότι ἡ ὕστατη ἀπαίτηση τῆς κίνησής του δὲν εἶναι τὸ νὰ ὑπάρξει ἔργο ἀλλὰ τὸ νὰ βρεθεῖ κάποιος πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ αὐτὸ τὸ «σημεῖο» καὶ νὰ συλλάβει τὴν οὐσία του ἐκεῖ ὅπου φανερώνεται, ἐκεῖ ὅπου εἶναι οὐσιώδης καὶ οὐσιωδῶς φανέρωμα, δηλαδὴ μέσα στὴν καρδιὰ τῆς νύχτας.

Ὁ ἑλληνικὸς μύθος λέει πὼς δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ἔργο παρὰ μόνο ἐὰν ἡ ὑπέρογκη ἐμπειρία τοῦ βάθους —ἐμπειρία τὴν ὁποία οἱ Ἕλληνες θεωροῦν ἀναγκαία γιὰ τὸ ἔργο, ἐμπειρία ὅπου τὸ ἔργο ὑποβάλλεται στὴ δοκιμασία τῆς ὕβρεώς του— δὲν ἐπιδιώκεται μόνο γι’ αὐτὴν καθεαυτὴν τὴν ἐμπειρία. Τὸ βάθος δὲν προσφέρεται καταπρόσωπο καὶ δὲν ἀποκαλύπτεται παρὰ μόνο μὲ τὸ νὰ ἀποκρύβεται μέσα στὸ ἔργο. Πρόκειται γιὰ μιὰ θεμελιώδη καὶ ἀνελέητη ἀπάντηση. Ὁ μύθος ὅμως δείχνει ἐπιπλέον πὼς ἡ μοίρα τοῦ Ὀρφέα εἶναι καὶ τὸ νὰ μὴν ὑποταχτεῖ σὲ αὐτὸν τὸν ἔσχατο νόμο, καὶ ἀσφαλῶς, μὲ τὸ νὰ στρέφεται πρὸς τὴν Εὐρυδίκη, καταλύει τὸ ἔργο: τὸ ἔργο ἀκαριαῖα ἀποσυντίθεται, καὶ ἡ Εὐρυδίκη ἐπιστρέφει μόνη της στὴ σκιά. Στὸ δικό του βλέμμα, ἡ οὐσία τῆς νύχτας ἀποκαλύπτεται πὼς εἶναι τὸ μή-οὐσιῶδες. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Ὀρφέας προδίδει καὶ τὸ ἔργο καὶ τὴν Εὐρυδίκη καὶ τὴ νύχτα. Τὸ νὰ μὴ στραφεῖ πρὸς τὴν Εὐρυδίκη θὰ ἰσοδυναμοῦσε ἐπίσης μὲ προδοσία, μὲ ἀπιστία στὴ χωρὶς μέτρο καὶ φρόνηση δύναμη τῆς κίνησης, ἡ ὁποία δὲν θέλει τὴν Εὐρυδίκη μὲ τὴν ἡμερήσια ἀλήθεια της καὶ τὴν καθημερινή της χάρη ἀλλὰ μὲ τὸ νυχτερινὸ σκοτάδι της καὶ τὴν ἀπόμακρη στάση της, μὲ τὸ κορμὶ της σφαλισμένο καὶ μὲ τὸ πρόσωπό της σφραγισμένο• ἡ ὁποία θέλει νὰ τὴ βλέπει ὄχι ὅταν εἶναι ὁρατὴ μὰ ὅταν εἶναι ἀόρατη, καὶ ὄχι ὡς τὴν ἐνδόμυχη περιοχὴ μιᾶς ζωῆς οἰκείας ἀλλὰ ὡς τὴν παραξενιὰ ἐκείνου ποὺ ἀποκλείει καθετὶ ἐνδόμυχο• ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ δώσει ζωὴ στὴν Εὐρυδίκη ἀλλὰ νὰ κρατᾶ ζωντανὴ μέσα της τὴν πληρότητα τοῦ θανάτου της.

Pages: 1 2 3 4 5 6

You may also like...