Rainer Maria Rilke: Ορφεύς. Ευριδίκη. Ερμής.

Από τη συλλογή Neue Gedichte, στο Ποιήματα, μετάφραση Άρη Δικταίου. Έκδ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1999

Αυτό ήταν των ψυχών το εξαίσιο μεταλλείο.
Καθώς το σιωπηλό μετάλλευμα του αργύρου
μέσα απ’ τις φλέβες του πηγαίνει, έτσι κ’ εκείνοι
μέσα από το σκοτάδι του πηγαίναν. Από ρίζες μέσα
αναπηδούσε το αίμα, που έφευγε να πάει
προς τους ανθρώπους, και βαρύ φαινόταν,
καθώς πορφύρα, μέσα στο σκοτάδι. Μα,
όμως, δεν ήταν κόκκινο καθόλου.

Ήτανε βράχοι εκεί και δάση
ανύπαρκτα. Γιοφύρια, από κενό πάνωθε, κ’ εκείνο
το μέγα, γκρίζο, τυφλό τέλμα, που κρεμόταν
πάνω απ’ τον μακρυνό βυθό του
σα βροχερός ουρανός πάνω από τοπίο.
Και σε λειβάδια ανάμεσα, απαλή και ραθυμία γιομάτη,
του μοναδικού δρόμου φαινόταν η χλωμή λουρίδα,
σαν ένα μακρύ ασπρόρρουχο, απλωμένο.

Και τον μοναδικό αυτό δρόμο είχανε πάρει.

Προπορευόταν ο ισχνός άντρας κείνος, τυλιγμένος
σε γαλάζιο μανδύα, που, βουβός κι ανυπόμονος, μπροστά του
ίσια, έβλεπε. Με δαγκανιές μεγάλες
κι αμάσητες, καταβρόχθιζε τον δρόμο
το βήμα του• τα χέρια του κρέμονταν
βαριά, κ’ έξω από το ρυάκισμα των πτυχών σφιγμένα
και τίποτα δεν ήξεραν πια για τη λύρα
την αλαφριά, που ‘χε στ’ αριστερά του μεγαλώσει
σα ροδαριάς βλαστοί, πλεγμένοι στης ελιάς τον κλώνο.
Κ’ οι αισθήσεις του σα να ‘ταν χωρισμένες:
ενώ, το βλέμμα, σα σκυλί έτρεχε μπροστά του,
γύριζε, ερχόταν, κ’ ύστερα ξανάφευγε μακρυά του
και, καρτερώντας, στη επόμενη έστεκε στροφή του δρόμου —
η ακοή του, σαν άρωμα πίσω έμενε• και, σα ν’ απλωνόταν,
του φαινόταν, καμιά φορά, ίσαμε των άλλων
το περπάτημα, εκείνων των δυο, όλον τούτο
τον ανήφορο που έπρεπε ν’ ακολουθήσουν.
Ύστερα πάλι, ό,τι πίσω του απόμενε δεν ήταν
παρά ο απόηχος του ανηφορίσματός του μόνο
και του μανδύα του ο άνεμος. Μα, εκείνος,
έρχονται, βέβαια, έλεγε στον εαυτό του•
και το έλεε δυνατά κ’ η ηχώ ακουγόταν. Βέβαια
που έρχονταν, μόνο που, κ’ οι δυο τους,
φοβερά αργά περπάταγαν. Αν το μπορούσε
να στραφεί πίσω μια φορά (αν δεν ήταν
το κοίταγμα αυτό προς τα πίσω, όλης ετούτης
της επιχείρησης η καταστροφή, που για πρώτη, τώρα,
φορά, αναλαβαινόταν), δε μπορεί, θα θωρούσε
τους δυο αργοπόδαρους που, σωπαίνοντας, τον ακολουθούσαν:

Pages: 1 2 3

You may also like...