Søren Kierkegaard: Από τα ημερολόγια

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 79, Μάιος 1983.  Μετάφραση: Σοφία Σκοπετέα.

[Gilleleie, 1η Αύγ. 1835]
Έτσι όπως προσπάθησα να δείξω στις προηγούμενες σελίδες είχαν αληθινά τα πράγματα για μένα. Όμως τώρα που προσπαθώ να ‘ρθω σε φως σχετικά με τη ζωή μου, μου φαίνονται διαφορετικά. Όπως περνά πολύς καιρός ώσπου να μάθει το παιδί να ξεχωρίζει τον εαυτό του από τα αντικείμενα, κι έτσι για ένα μεγάλο διάστημα ξεκόβει από το περιβάλλον του τόσο λίγο που του χρειάζεται τονίζοντας την πάσχουσα πλευρά να λέει π.χ.: «το χτυπ’ άλογο», παρόμοια επαναλαμβάνεται το ίδιο φαινόμενο σε μια υψηλότερη πνευματική σφαίρα. Πίστευα λοιπόν πως θα μπορούσα καλύτερα να ηρεμήσω αν καταπιανόμουνα μ’ άλλην επιστήμη, κατευθύνοντας σ’ άλλον στόχο τις δυνάμεις μου. Για ένα διάστημα θα κατάφερνα πράγματι να διώξω μιαν ανησυχία, που όμως δυναμωμένη θα μου επέστρεφε πίσω ξανά, όπως μια κρίση πυρετού, αφού πιεις νερό παγωμένο.

Εκείνο που μου λείπει στ’ αλήθεια είναι να ξεκαθαρίσω με τον εαυτό μου τι πρέπει να κάνω(1), όχι τι πρέπει να μάθω, παρεκτός στον βαθμό όπου μια γνώση πρέπει να προηγείται από την κάθε πράξη μας. Το ζήτημα εδώ είναι να καταλάβω τον προορισμό μου, να δω τι πράγματι θέλει ο Θεός να κάνω εγώ˙ το ζήτημα είναι να βρω μιαν αλήθεια, που να ‘ναι αλήθεια για μένα(2), να βρω την Ιδέα για την οποία να ζήσω και να πεθάνω. Και τι θα μ’ ωφελούσε ν’ ανακάλυπτα μια λεγόμενη αντικειμενικήν αλήθεια˙ αν εκοπίαζα μελετώντας τα συστήματα των φιλοσόφων και ήμουνα σε θέση, στην πρώτη ευκαιρία, να τα επιθεωρήσω αφ’ υψηλού˙ να μπορούσα να επισημάνω τις ασυνέπειες μέσα σε κάθε κύκλο˙ — τι θα με ωφελούσε, να μπορούσα ν’ αναπτύξω μία θεωρία πολιτική και από τις κάθε προελεύσεως λεπτομέρειες να ταιριάξω ένα σύνολο, να κατασκευάσω έναν κόσμο, όπου και πάλι δε θα ζούσα εγώ, έναν κόσμο που θα εξέθετα απλώς στη θέα των άλλων — τι θα μ’ ωφελούσε να μπορούσα να αναπτύξω το νόημα του Χριστιανισμού, να μπορούσα να εξηγήσω πολλά φαινόμενα ξεχωριστά, τη στιγμή που για μένα τον ίδιο και τη ζωή μου δεν θα ‘χε βαθύτερο νόημα;

Κι όσο περισσότερο θα τα κατάφερνα, όσο περισσότερο θα έβλεπα τους άλλους να αφομοιώνουν τα πλάσματα της σκέψεώς μου, τόσο η θέση μου θα γίνονταν πιο θλιβερή, διόλου διαφορετική από τη θέση των γονιών που από φτώχεια πρέπει να στείλουν τα παιδιά τους έξω στον κόσμο και να τα παραδώσουν στη φύλαξη των ξένων. Τι θα με ωφελούσε να ‘βλεπα την Αλήθεια να στέκεται μπροστά μου κρύα και γυμνή, αδιάφορη αν την αναγνωρίζω είτε όχι, προκαλώντας ρίγος μάλλον και αγωνία παρά την αφοσίωση του έμπιστου; Οπωσδήποτε δεν αρνούμαι πως αναγνωρίζω α-κόμα ένα προστακτικό αίτημα γνώσεως• και ότι μ’ αυτό μπορεί κανείς ν’ ασκήσει επίδραση στον κόσμο, αλλά τότε τη γνώση πρέπει να τη δεχτώ μέσα μου ζωντανή, κι αυτό ακριβώς είναι που αναγνωρίζω σήμερα ως το κυριότερο πράγμα. Γι’αυτό διψά η ψυχή μου, όπως οι έρημοι της Αφρικής για το νερό. Αυτό είναι που λείπει, και γι’ αυτό βρίσκομαι σήμερα σαν τον άνθρωπο που συγκέντρωσε τα έπιπλα και νοίκιασε δωμάτια, δεν βρήκε όμως ακόμα την αγαπημένη για να μοιραστεί μαζί του την καλοσύνη και την εναντιότητα της ζωής. Αλλά για να βρω την Ιδέα εκείνη, ή σωστότερα για να βρω τον εαυτό μου, δεν με ωφελεί πια να κυκλοφορώ μέσα στον κόσμο. Κι ακριβώς αυτό ήταν που έκανα στο παρελθόν.

Γι’αυτό πίστευα πως θα μου έκανε καλό να αφιερωνόμουνα στη Νομική, όπου θα μπορούσα μες στις τόσες περιπλοκές της ζωής ν’ αναπτύξω την οξύνοιά μου. Εδώ προσφερόταν ακριβώς ένα μεγάλο πλήθος μεμονωμένα πράγματα, όπου θα μπορούσα να ξεχαστώ˙ εδώ ίσως θα μπορούσα από τα δεδομένα να κατασκευάσω ένα σύνολο, έναν οργανισμό με βίους ληστών, να τον παρακολουθήσω σε όλη του τη σκοτεινή πλευρά (κι εδώ διακρίνεται επίσης σε μεγάλο βαθμό ένα πνεύμα κοινωνίας). Γι’ αυτό το λόγο θέλησα να γίνω ηθοποιός, ώστε βάζοντας τον εαυτό μου στο ρόλο ενός άλλου να μπορέσω ν’ αποκτήσω, ούτως ειπείν, ένα υποκατάστατο για τη δική μου ζωή, με την εξωτερική ποικιλία να μπορέσω κάπως να διασκεδάσω. Αυτό ήταν εκείνο που μου έλειπε, το να ζήσω μια πλήρως ανθρώπινη ζωή κι όχι μονάχα μια ζωή γνώσης, ώστε να φτάσω να βασίσω τ’ αναπτύγματα των σκέψεών μου όχι πάνω –ναι καλά πάνω σε κάτι που ονομάζεται αντικειμενικό– σε κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν θά ‘ταν δικό μου, αλλά σε κάτι επάνω που να δένεται με τη βαθύτερη ρίζα της ύπαρξής μου(3), όπου κατά έναν τρόπο εμφυτεύομαι στη θεότητα, δένομαι σφιχτά, κι ας είναι να γκρεμίσει όλος ο κόσμος. Ιδού, αυτό είναι που μου λείπει, προς τα εκεί αγωνίζομαι. Με χαρά και ενίσχυσή μου εσωτερική παρατηρώ λοιπόν τους μεγάλους άνδρες, αυτούς που βρήκανε τον λίθο τον πολύτιμο, για τον οποίο πουλούν τα πάντα και τη ζωή τους ακόμα(4), είτε τους βλέπω θαρρετά καθώς μπαίνουν στη ζωή, με βήμα σίγουρο και δίχως να παραπατούν, να προχωράνε στον καθορισμένο τους δρόμο˙ είτε τους ανακαλύπτω παράμερα από τη δημοσιά, βυθισμένους στον εαυτό τους είτε στο έργο για τον υψηλό τους σκοπό.

Pages: 1 2 3 4

You may also like...