Noam Chomsky: Η σχέση γλώσσας και κόσμου

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 82, Σεπτέμβριος 1983. Συνέντευξη με τον B. Magee. Μετάφραση: Ζηνοβία Δρακοπούλου.

O Noam Chomsky έχει επιτύχει μια διεθνή φήμη σε δύο προφανώς άσχετους μεταξύ τους χώρους. Ευρύτερη είναι η φήμη του ως εθνικού ηγέτη της αμερικανικής αντίστασης στον πόλεμο του Βιετνάμ. Βαθύτερη είναι η φήμη του ως καθηγητή της γλωσσολογίας, ο οποίος, πριν από τα σαράντα του χρόνια, είχε μεταμορφώσει τη φύση του θέματός του. Όσον αφορά στη φιλοσοφία είναι κάτι σαν μπαλαντέρ στην τράπουλα. Πολλοί επαγγελματίες φιλόσοφοι θα επέμεναν, με κάθε ειλικρίνεια, ότι δεν είναι διόλου φιλόσοφος, ότι η γλωσσολογία είναι απλώς ένας διαφορετικός επιστημονικός κλάδος, μολονότι γειτονικός με τη φιλοσοφία. Ας είναι, δεν πρόκειται να το συζητήσω αυτό˙ εν πάση περιπτώσει πρόκειται για κάτι περισσότερο από ένα πρόβλημα ορισμού. Το γεγονός είναι, ότι ο Chomsky γαλουχήθηκε ως φιλόσοφος• το έργο του έχει μεγάλες επιπτώσεις στη φιλοσοφία˙ και στα γραπτά των φιλοσόφων σήμερα το όνομά του εμφανίζεται πιθανώς τόσο συχνά όσο οποιουδήποτε άλλου ζώντος στοχαστή.

Στην πραγματικότητα αυτό είναι το κεντρικό σημείο. Αν κάποιο πρόβλημα έχει σε μεγάλο βαθμό κυριαρχήσει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στη φιλοσοφία του εικοστού αιώνα, αυτό είναι το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη γλώσσα και τον κόσμο. Ο Wittgenstein -για να μη δώσω περισσότερα από ένα απλό παράδειγμα- ήταν υπόδουλος σ’ αυτό, σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Αλλά προς την ίδια κατεύθυνση έρχεται ο γλωσσολόγος Chomsky και ισχυρίζεται ότι ο τρόπος που πράγματι αποκτούμε τη χρήση της γλώσσας, και συνεπώς τη σχέση της με την εμπειρία, και ως εκ τούτου τη σχέση της με τον κόσμο, είναι ριζικά διάφορος από εκείνον που πίστευε ανέκαθεν η αγγλοσαξωνική φιλοσοφική παράδοση.

Άρχισε να εκθέτει τις ιδέες του στο τέλος της δεκαετίας του ‘50 κατά ένα τρόπο ως κριτική της μπεχαβιοριστικής ψυχολογίας. Δεν θα ήταν υπερβολικά άδικο να πούμε ότι οι μπεχαβιοριστές ψυχολόγοι είχαν την τάση να μιλάνε ως εάν το ανθρώπινο άτομο να έρχεται στον κόσμο σαν ένας αδιαφοροποίητος όγκος εύπλαστου υλικού το οποίο κατόπιν πλάθεται και σχηματίζεται από το περιβάλλον του: μέσω διαδικασιών ερεθίσματος και απόκρισης, ποινής και ανταμοιβής, ενίσχυσης των θετικών αποκρίσεων, και συνειρμού των ιδεών, το άτομο αναπτύσσεται και μαθαίνει -συμπεριλαμβανομένης της μάθησης της γλώσσας. Ο Chomsky ισχυρίστηκε ότι είναι αδύνατον να εξηγηθεί πως σχεδόν όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την εξυπνάδα τους, επιτυγχάνουν κάτι τόσο εξαιρετικό πολύπλοκο και δύσκολο όπως η κατοχή της χρήσης μιας γλώσσας, ακόμη κι αν δεν την διδάχθηκαν προσεκτικά, και μάλιστα σε μια τόσο εξαιρετικά νεαρή ηλικία, και σ’ένα τόσο εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα. Υποστήριξε ότι για να συμβεί αυτό, για να μάθουμε τη γλώσσα, πρέπει νάμαστε γενετικά προ-προγραμματισμένοι• στην περίπτωση αυτή, όμως, όλες οι ανθρώπινες γλώσσες πρέπει νάχουν μια κοινή βασική δομή που ν’ ανταποκρίνεται σ’ αυτόν τόν προ-προγραμματισμό. Αυτό έχει επίσης μερικές σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις, η κυριότερη απ’ τις οποίες είναι πως οτιδήποτε δεν μπορεί να ενταχθεί στη δομή αυτή (οτιδήποτε δεν μπορεί, τρόπον τινά, να συλληφθεί στο διάκενο αυτού του ειδικού πλέγματος) είναι ανέκφραστο και ακατανόητο σε οποιοδήποτε πλαίσιο ανθρώπινης γλώσσας. Οι γενικές αρχές, κοινές σ’ όλες τις γλώσσες, θέτουν αναπόφευκτους περιορισμούς στην ικανότητά μας να καταλάβουμε τον κόσμο και να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας.

Pages: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22

You may also like...