Theodor W. Adorno: Φιλοσοφία της σύγχρονης μουσικής

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 78, Απρίλης 1983. Μετάφραση: Χαρά Τόμπρα.

Διότι στην τέχνη δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με ένα ευχάριστο ή χρήσιμο παιγνίδι, αλλά…. με μια ανέλιξη της αλήθειας.
(Hegel: Αισθητική, III)

Η ιστορία της φιλοσοφίας ως επιστήμη της γένεσης είναι η μορφή που, από τα απομακρυσμένα άκρα, τις φαινομενικές εκτροπές της ανάπτυξης, αφήνει να εμφανιστεί η συγκρότηση της ιδέας, ως μία ολότητα, που χαρακτηρίζεται από τη δυνατότητα λογικής αντιπαράθεσης τέτοιων αντιθέσεων». Το αξίωμα που ακολούθησε ο Walter Benjamin από γνωσιοκριτικούς λόγους στην πραγματεία του πάνω στην γερμανική τραγωδία, μπορεί, για μια φιλοσοφικά εννοούμενη θεώρηση της σύγχρονης μουσικής η οποία περιορίζεται κατ’ ουσία στους δύο αντιθετικούς πρωταγωνιστές της, να θεμελιωθεί από το ίδιο της το αντικείμενο. Διότι μόνο στις ακραίες περιπτώσεις βρίσκεται η ουσία αυτής της μουσικής χαραγμένη• μόνο αυτές επιτρέπουν την γνώση του περιεχομένου της σε αλήθεια. Η «μέση οδός» γράφει κάπου ο Schoenberg, «είναι η μόνη που δεν οδηγεί στη Ρώμη». Γι’αυτό το λόγο και όχι για την φενάκη της μεγάλης προσωπικότητας εξετάζονται μόνο αυτοί οι δύο συνθέτες. Αν ήθελε κανείς να εξετάσει τη νέα παραγωγή όχι χρονολογικά αλλά κατα την ποιότητα σε όλο της το πλάτος συμπεριλαμβανομένων όλων των μεταθέσεων και των συμβιβασμών, πάλι θα έπεφτε αναπόφευκτα σ’ εκείνα τα δύο άκρα, εφ’ όσον δεν θα τον ικανοποιούσε μια απλή περιγραφή ή μια κρίση ειδικού. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι για την αξία ή το αντιπροσωπευτικό βάρος αυτών που βρίσκονται ενδιάμεσα.

Οι καλύτερες εργασίες του Béla Bartók, ο οποίος από μία άποψη προσπάθησε να συμφιλιώσει τον Schoenberg και τον Strawinsky υπερτερούν από εκείνες του Strawinsky σε πυκνότητα και πληρότητα. Και η δεύτερη νεοκλασική γενεά, ονόματα όπως του Hindemith και του Milhaud ενσωματώθηκαν στη γενική τάση του καιρού τους χωρίς ενδοιασμό και έτσι, τουλάχιστον φαινομενικά, έχουν αποδώσει τον εαυτό τους πιστότερα από τον οπισθόβουλο και παρατραβηγμένο μέχρις ανοησίας κονφορισμό των οπαδών της «σχολικής» σύνθεσης. Η ερμηνεία τους όμως θα συνέπιπτε αναγκαστικά με αυτή των δύο νεωτεριστών, όχι επειδή σ’ αυτούς αρμόζει η ιστορική προτεραιότητα και κάθε άλλο κατάγεται απ’ αυτούς, αλλά διότι μόνοι αυτοί χάρη σε ασυμβίβαστη συνέπεια πήγαν τόσο μακρυά τα ενυπάρχοντα στα έργα τους ερεθίσματα, που τελικά αυτά έγιναν αντιληπτά ως ιδέες αυτού του ίδιου του πράγματος. Αυτό συνέβη στις ειδικές πραγματοποιήσεις του μεθοδικού τους τρόπου όχι στις γενικές προτάσεις για είδη στυλ. Ενώ αυτά καθοδηγούνται από κουλτουριάρικα λόγια που αντηχούν δυνατά, επιτρέπουν την είσοδο σ’ εκείνους τους νοθεύοντες μετριασμούς, οι οποίοι εμποδίζουν την συνέπεια της απρογραμμάτιστης ιδέας που ενυπάρχει στα πράγματα. Με αυτήν όμως πρέπει να ασχολείται η φιλοσοφική πραγμάτευση της τέχνης και όχι με έννοιες του στυλ, παρ’ όλο που της αρέσει και η επαφή μ’ αυτές. Η αλήθεια και ή μη αλήθεια του Schoenberg και του Strawinsky δεν βρίσκεται στην απλή συζήτηση για κατηγορίες όπως: ατονικότητα, δωδεκάφθογγο σύστημα, νεοκλασικισμός, αλλά μόνο στην συγκεκριμένη αποκρυστάλλωση τέτοιων κατηγοριών στο μουσικό οικοδόμημα καθ’ εαυτό. Οι σκόπιμες κατηγορίες του στυλ πληρώνουν την προσιτότητά τους, διότι δεν εκφράζουν αυτές την συγκρότηση του έργου αλλά παραμένουν αδέσμευτες εντεύθεν της αισθητικής μορφής. Αν αντίθετα εξεταστεί ο νεοκλασικισμός, ας πούμε σε σχέση με το ερώτημα ποια ανάγκη των έργων τα έσπρωξε σε τέτοιο στυλ, ή πώς συμπεριφέρεται τι ιδανικό του στυλ στο υλικό του έργου και στην κατασκευαστική του ολότητα, τότε και το πρόβλημα της νομιμότητας του στυλ γίνεται δυνάμει αποφασιστικό.

Pages: 1 2 3 4 5 6 7 8 9

You may also like...