Άρης Δικταίος: Ο Όμηρος, το Επίγραμμα, η Επιγραφή, η Γραφή

Ἀπὸ τὸ ὁμότιτλο ἔργο, ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα 1973

  1. Η επιτύμβια στήλη
  2. Γραφή πριν τον Όμηρο
  3. Η ενεπίγραφη στήλη
  4. Ομηρικά επιγράμματα
  5. Η αθανασία του ονόματος – Σημειώσεις

 

  1. Η επιτύμβια στήλη

[…] Εἶναι γνωστό, πὼς τὸ Ἐπίγραμμα, σὰν αὐτόνομο ποιη­τικὸ εἶδος, γεννήθηκε ἀπὸ τὴ βαθμιαία ἀνάπτυξη τῆς ἐπιγραφῆς, ποὺ οἱ Ἕλληνες συνήθιζαν νὰ χαράττουν πάνω σὲ πέτρα μέταλλο, σὲ ἀνθεκτικὴν ὕλη, ὁπωσδή­ποτε, γιὰ νὰ διασώσουν ἀπὸ τὸν καταλύτη χρόνο, μ’ ὅλο ποὺ αὐτὸς «οὐδὲ σιδήρου φείδεται», οὐδέ, τελικά, αὐτῶν τούτων τῶν ἔργων τῶν θεῶν, σύμφωνα μὲ τὸν Δίωνα τὸν Χρυσόστομο, ἕνα σημαντικὸ γεγονὸς τῆς κοινοτικῆς ἤ ἀτομικῆς τῶν ζωῆς. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἦταν, πρῶτα-πρῶτα, ὁ θάνατος· στὸν πόλεμο, τὸ πιὸ συχνά, μὰ κι ὁ φυσιολογικός, τόσο τοῦ ἄνδρα ὅσο καὶ τῆς γυναίκας, σύμφωνα μὲ τὴ ρητὴ μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Ὁμήρου, στὸ Ρ 434-435 τῆς «Ἰλιάδος»:

ἀλλ’ ὥς τε στήλη μένει ἔμπεδον, ἣ τ’ἐπὶ τύμβῳ

ἀνέρος ἐστήκει τεθνηότος ἠὲ γυναικός,

[παρὰ ὅπως στέκει ἀσάλευτη μιὰ στήλη, ποὺ τὴ στῆσαν

πάνω στὸν τάφο ἀντρὸς ποὺ πέθανε εἴτε καὶ γυναίκας,]

τὸ ἀφιέρωμα σ’ αὐτὸν ἤ σ’ ἐκεῖνον τὸν θεό, ὁ πόλεμος κι ὁ ἡρωισμός, ἡ νίκη σὲ ἀθλητικοὺς ἀγῶνες, ἕνα ἔργο τέχνης.

Ἀλλὰ ἡ ὕπαρξη ἐπιγραφῆς, προϋποθέτει, φυσικά, τὴν ὕπαρξη γραφῆς. Εἶναι ἀλήθεια, πὼς ὁ Ὅμηρος, στοὺς στίχους ποὺ μόλις παραθέσαμε, μ’ ὅλο ποὺ ἐπιμαρτυρεῖ τὴν ἑλληνικὴ συνήθεια τῆς ἐπιτύμβιας στή­λης, δὲν κάνει μνεία ἐπιγραφῆς σ’αὐτήν, — πρᾶγμα ἐντελῶς φυσικό, ἄλλωστε, καθὼς οἱ στίχοι αὐτοὶ συνιστοῦν, γιὰ τὴν ἀκρίβεια, μία παρομοίωση, ἀναφερόμενη στὰ ἄλογα τοῦ Αὐτομέδοντα, πού, παρὰ τὰ γλυκόλογα, τὶς φοβέρες, ἀκόμη καὶ τὴ χρήση τοῦ μαστίγιου πάνω τους, δὲν ἤθελαν νὰ ξεκινήσουν, παρὰ ἔμεναν ἀκίνη­τα, μὲ καρφωμένα τὰ πόδια στὸ ἔδαφος, «σὰν ἀσάλευτη στήλη, στημένη ὀρθὴ πάνω στὸν τάφο κάποιου πεθαμένου». Πάλι μὲ τὴν ἴδια ἰδιότητα, τοῦ ἀσάλευτου, θὰ τὴ χρησιμοποιήση καὶ σὲ μιὰν ἄλλη περίπτωση, γιὰ τὸν γαμπρὸ τοῦ Ἀγχίση καὶ σύζυγο τῆς Ἱπποδάμειας Ἀλκάθοο, στοὺς στίχους Ν 437-439, τῆς «Ἰλιάδος» πάντα:

ἀλλ’ ὥς τε στήλην ἢ δένδρεον ὑψιπέταλον

ἀτρέμας ἐσταότα στῆθος μέσον οὔτασε δουρὶ

ἥρως Ἰδομενεύς…

[μὰ ὅπως ἀσάλευτος στεκόταν, καθὼς στήλη ἤ δέντρο

ψηλόκορφο, καταμεσῆς στὸ στῆθος, μὲ τὸ δόρυ,

τὸν χτύπησεν ὁ ἡρωικὸς Ἰδομενέας…]

Ἀλλ’ ἡ συνήθεια τῶν Ἑλλήνων νὰ στήνουν στήλη στὸν τάφο τῶν νεκρῶν τους, μᾶς ἐπιμαρτυρεῖται κι ἀπὸ ἄλλο χωρίο τῆς «Ἰλιάδος» (Π 456-457) :

ἔνθα ἐ ταρχύσουσι κασίγνητοί τε ἔται τε

τύμβῳ τε στήλῃ τε· τὸ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων,

[ὅπου τάφο καὶ στήλη θὰ τοῦ ὑψώσουν οἱ δικοί του

κ’ οἱ φίλοι του· γιατί ἡ ἀμοιβή ‘ναι τέτοια ὅσων πεθαίνουν],

ὅπως κι ἀπὸ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ἐλπήνορα μέρη τῆς «Ὀδυσσείας». Ὁ ἴδιος ὁ Ἐλπήνωρ, πρῶτα – πρῶτα, παρακαλεῖ τὸν Ὀδυσσέα, κατὰ τὴ συνάντησή τους στὸν Ἅδη (Λ 71-78):

ἔνθα σ’ ἔπειτα, ἄναξ, κέλομαι μνήσασθαι ἐμεῖο·

μή μ’ ἄκλαυτον ἄθαπτον ἰὼν ὄπιθεν καταλείπειν

νοσφισθείς, μή τοι τι θεῶν μήνιμα γένωμαι,

ἀλλὰ μὲ κακκῆαι σὺν τεύχεσιν, ἅσσα μοί ἐστι,

σῆμά τέ μοι χεῦαι πολιῆς ἐπὶ θινὶ θαλάσσης,

ἀνδρὸς δυστήνοιο, καὶ ἐσσομένοισι πυθέσθαι·

ταῦτά τέ μοι τελέσαι πῆξαί τ’ ἐπὶ τὺμβῳ ἐρετμόν,

τῷ καὶ ζωὸς ἔρεσσον ἐὼν μετ’ ἐμοῖς ἑτάροισιν.

[ὅπου, ὕστερα, παρακαλῶ σε, βασιλιά, θυμήσου

καὶ μένα, κι ἄκλαυτον, ἄθαφτο μὴ μὲ παρατήσης,

φεύγοντας πίσω, μὴ κ’ οἱ θεοὶ ἐξ αἰτίας μου σοῦ ὀργιστοῦνε,

παρὰ μὲ τ’ ἅρματα ὅλα τὰ δικά μου νὰ μὲ κάψης

καὶ μνῆμα, ἐκεῖ, στὸ λευκὸ ἀκροθαλάσσι, νὰ μοῦ ὑψώσης,

τοῦ δύστυχου, ἔτσι, ποὺ οἱ μελλούμενοι νὰ μὲ θυμοῦνται·

κι ὅταν κάμης αὐτά, στὸν τάφο τὸ κουπὶ νὰ μπήξης

αὐτὸ πού, ζώντας, μέ τοὺς συντρόφους κωπηλατοῦσα.]

Κ’ ἡ πρώτη δουλειὰ ποὺ κάνει, πραγματικά, ὁ Ὀδυσσέας, μόλις ἐπιστρέφει, στὸ νησὶ τῆς Κίρκης, ἀπὸ τὴν κά­θοδό του στὸν Ἅδη, εἶναι τὸ θάψιμο, μ’ ὅλους τοὺς ταφικοὺς τύπους, τῆς τέφρας τοῦ νεκροῦ Ἐλπήνορα κ’ ἡ ἐκτέλεση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νεκροῦ (Μ 13-15):

Pages: 1 2 3 4 5 6 7

You may also like...