Παν. Δρακόπουλος, Ο Μύθος του Μύθου και η πραγματικότητα του

Από την Εποπτεία, σε τρεις συνέχειες σε τεύχη του 1984. Αναδημοσιεύθηκε στο Παν. Δρακόπουλου, Κείμενα με Σπασμένη Ενότητα, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη, 1995.

 

ΑΣ ΕΛΘΟΥΜΕ Σ’ ΕΝΑ παράδοξο κείμενο. Διαβάζω στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου:

Τα πάθη μόνο ακούστε των θνητών,

Που ενώ πριν ήταν όπως τα νήπια,

Τους έκαμα νάχουνε νου και σκέψη.

Και δεν το λέω από παράπονο προς τους ανθρώπους,

Μα μόνο την προαίρεσή μου να σας δείξω·

Πρώτα λοιπόν έβλεπαν και μάταια έβλεπαν,

Άκουγαν και δεν άκουγαν, όμοια με μορφές

Ονείρων το μικρό βίο περνούσαν.

Άστοχα όλα τα μπέρδευαν, δεν ήξεραν

«Προσήλια σπίτια πλινθόχτιστα ή να δουλεύουν

Το ξύλο, μα, σε σπήλαια ζούσαν σκοτεινά

Σαν τα μυρμήγκια τ’ αχαμνά καταχωμένοι.

Κανένα βέβαια δεν είχαν του χειμώνα

Σημείο ή της ανθοφόρας άνοιξης

Ούτε του καρπερού καλοκαιριού,

Μα δίχως κρίση πορεύονταν, ως ότου εγώ

Τις αξεδιάλυτες ανατολές και δύσες

Των άστρων τους έδειξα και τη σοφία

Των αριθμών και τις συνθέσεις των γραμμάτων,

Μνήμη των πάντων και μητέρα των μουσών.

Και πρώτος τα ζώα στους ζυγούς τους έζεψα

Κάτω από ζεύγλες και σάγματα, τους μόχθους

Τους πιο μεγάλους των θνητών για να σηκώνουν.

Τους έδεσα σε άρμα τ’ άλογα χαλινωμένα,

Το χάρμα της υπέρπλουτης χλιδής.

Και τα θαλασσοπλάνητα των ναυτικών οχήματα

Με τα πανιά φτερά κανείς άλλος δε βρήκε.

Τέτοιες για τους θνητούς βρίσκοντας τέχνες

Κανένα εγώ δεν έχω τέχνασμα για μένα

Απ’ το μαρτύριό μου τούτο να γλιτώσω.

[…]

Μα θα θαυμάσης πιο πολύ ακούγοντας τ’ άλλα,

Τι μηχανές τους εύρηκα και τέχνες·

Η πιο μεγάλη: αν έπεφτε κανείς σ’ αρρώστια

Δεν ήταν για αντίδοτο να πάρη τίποτα ή να πιη

Ή για επάλειψη, μόνο μαραίνονταν

Από φαρμάκων στέρηση, ως ότου εγώ

Να συγκερνούν τους έδειξα ήπια βότανα,

Να καταπολεμούν την κάθε αρρώστια.

Τους πολλούς έπειτα χώρισα τρόπους της μαντικής,

Και πρώτος έκρινα τα όνειρα ποια ξεδιαλύνουν

Στον ξύπνο, […] έδειξα δρόμο τέχνης δύσκολης

Στους ανθρώπους, τα πριν τυφλά σημεία

Μάτια λαμπρά στη φλόγα ανοίγοντας.

Ετσι γι’ αυτά κι ακόμη όσα στη γη

Κρυμμένα κι ατίμητα για τους ανθρώπους,

Χαλκό και σίδηρο, χρυσό κι ασήμι, ποιος

Μπορεί να πει πως τάβρε πριν από μένα;

Εκτός αν κάποιος θέλει μάταια να φλυαρή

Και μ’ ένα λόγο μάθε το: οι θνητοί

Στον Προμηθέα χρωστούν όλες τις τέχνες.

Το κείμενο που παρέθεσα, εξηγεί με γλαφυρότητα τον τρόπο ζωής του λεγομένου Homo habilis. Και δοθέντος ότι δεν το έγραψε ο Ε.Leakey, —ο ανθρωπολόγος που αλώνιζε τα φαράγγια της Αφρικής ψάχνοντας νάβρει καμιά μασέλα προγόνου μας— , διερωτάται κανείς: πώς γνώριζε ο Αισχύλος τι συνέβαινε στη μέση της κατώτερης παλαιολιθικής περιόδου, 400.000 χρόνια περίπου πριν διδαχθεί στο θέατρο Διονύσου η Προμήθεια;

Θα μπορούσα να παραθέσω κι άλλα κείμενα που οδηγούν στην ίδια ερμηνευτική αμηχανία, στην αναπάντητη απορία: μα, πώς; Προς το παρόν θα ήθελα να σταθούμε εδώ, προσπαθώντας να βρούμε κάποια πρόσβαση στο κείμενο του Αισχύλου, τραβώντας άσσους κι από το μανίκι μας εν ανάγκη, μια κι έχουμε να κάνουμε με μούτρο πονηρό, κι όχι κανέναν αγαθό παραμυθά. Κρίνω, μάλιστα, σκόπιμο να δηλώσω ότι δεν προτίθεμαι να γράψω (φιλολογικά) σχόλια στον Αισχύλο· θέλω το παιχνίδι ελεύθερο και τις καρέκλες γύρω άδειες από ψύλλους· είναι κι ετούτη μια νόμιμη μέθοδος για να πλησιά­σουμε ένα μαραθωνομάχο μπεκρή και ποιητή!

Τα του δράματος πρόσωπα

Αισχύλος: κατά το λεγόμενο Πάριο Μάρμαρο (στήλη που ένα της κομμάτι έφθασε το 1627 μ.Χ. στο Λονδίνο μέσω Σμύρνης και τ’ άλλο έμεινε στο νησί διότι ανεκαλύφθη το 1897 —δηλαδή όταν οι μεταφορές αρχαίων ευρημάτων είχαν κομμάτι δυσκολέψει— , επί της οποίας άγνωστο ποιος αποφάσισε να καταγράψει τα μεγάλα πολιτικά, στρατιωτικά, θρησκευτικά και καλλιτεχνικά γεγονότα απ’ την εποχή του Κέκροπος ως την εποχή όπου άρχων των Αθηναίων ήταν ο Διόγνητος και της Πάρου ο Αστυάναξ (δηλαδή από το 1581 ως το 264 π.Χ.), γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 525, ήταν ευγενούς καταγωγής, σύχναζε σ’ όλα τα αξιόλογα καπηλειά της Αττικής· πολέμησε μαζί με τον αδελφό του Κυναίγειρο —που δάγκωσε (θέλουν οι λάτρεις του απολύτου, μα όχι: άρπαξε με το χέρι) το περσικό καράβι— στον Μαραθώνα και, κατά ατεκμηρίωτες πληροφο­ρίες, στη Σαλαμίνα, το Αρτεμίσιο, τις Πλαταιές· μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια, κατηγορήθηκε ότι αποκάλυψε όσα δεν έπρεπε, δικάστηκε και αθωώθηκε διότι —κατά τον Αριστοτέλη— ισχυρίσθηκε πως δεν γνώριζε «ὅτι ἀπόρρητα ἦν τὰ μυστικά» (θά ‘θελαν, βέβαια κ’ οι δικαστές να τους δουλέψει, αλλιώς δεν θα κατάπιναν μια τόσο χοντρή μπλόφα εξήγησης!) έγραψε τραγωδίες, κωμωδίες, παιάνες, ελεγείες, επιγράμματα —μεταξύ τούτων το επίγραμμα για τον ίδιο του τον τάφο όπου παρακάμπτει αλαζονικώς το σύνολο της πνευματικής του δημιουργίας και θυμάται μόνο την Άρεως μεστή 16η Βοηδρομιώνος (21η Σεπτεμβρίου) του 491, μέρα του Μαραθώνος, μέρα της Ελλάδος, μέρα της Ελευθερίας· εισήγα­γε στο θέατρο και δεύτερο ηθοποιό επιτρέποντας, έτσι, την ύπαρξη σκηνικής δράσης· υπήρξε ο πρώτος φαντασμαγορικός σκηνοθέτης της ιστορίας: εισήγαγε τα εφφέ, τα κοστούμια, τα σκηνικά (αλλά ο Αριστοτέλης τα αποδίδει στον Σοφοκλή και ο Baldry σε κανέναν)· υπήρξε τόσο τολμηρός και αδιάφορος για τους κανόνες δημιουργός, ώστε σώφρων φιλόλογος παρατηρεί όχι χωρίς κάποια ανησυχία: «ο Αισχύλος είναι ικανός για όλα»· βραβεύθηκε το 484, ξανά το 472 για τους «Πέρσες» (βοηθώντας, έτσι, την προπαγάνδα του χορηγού του Περικλή), το 458 για την Ορέστεια —αλλά ηττήθη το 468 απ’ τον Σοφοκλή (τι ανεπανάληπτο κι αυτό: να συγκρούεσαι με τον Σοφοκλή κι όχι με χορτόσουπες!)· μετά από τόσους αγώνες και θριάμβους τα παρατάει όλα σύξυλα και πάει στη Σικελία. Oι ερμηνείες αυτής της μετακόμισης δίνουν και παίρνουν: τον γοήτευσε η λογοτεχνίζουσα αυλή του Ιέρωνος, πήρε κατάκαρδα την ήττα από τον Σοφοκλή, τον πείραξε που οι Αθηναίοι προτίμησαν το επίγραμμα του Σιμωνίδη για τους μαραθωνομά­χους, γκρεμίστηκε το ξύλινο θέατρο του Διονύσου κι έπαθε σοκ, πικράθηκε γιατί το κοινό δεν χειροκρότησε θερμά τις «Ευμενίδες» του, δεν θα μάθουμε ποτέ την αιτία —ιδού μερικά από τα σχόλια που δεν έχουν σταμάτημα αφ’ ότου άφησε την Αττική μέχρι της σήμερον και (γιατί όχι;) της αύριον· πέθανε στη Γέλα της Σικελίας το 456 από μια χελώνα που τούριξε στο φαλακρό του κεφάλι ένας αετός (οι αετοί έχουν δικό τους σύστημα να βγάζουν τις χελώνες απ’ το καβούκι τους και να τις τρώνε: τις αρπάζουν, τις σηκώνουν στα ύψη και τις ρίχνουν πάνω σε γυμνά βράχια· κάποιος αετός, πολύ μύωψ ή τα μάλα διορατικός, θεώρησε την αισχύλειο κεφαλή βράχο). Οι επιστή­μονες χαρακτήρισαν τα περί θανάτου από πτώση χελώνας ανέκδοτο, ένα ακόμη μύθευμα των δοξογράφων. Φαίνεται πως έχουν δίκιο, αν και λίγοι παιδαγωγοί είναι τόσο αποκαλυπτικοί των βαθύτερων προσλήψεων όσον οι δοξογράφοι τους οποίους η κριτική αντιμετωπίζει σαν μαθητές μοντεσσοριανού νηπιαγωγείου.

Pages: 1 2 3 4 5 6

You may also like...