Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας

Εποπτεία, τεύχος 45, Μάιος 1980. Μετάφραση: Μαρία Μέντζου

Το ελληνικό πνεύμα πρωτοφανερώθηκε στην ποίη­ση. Ο κόσμος του ομηρικού έπους και όχι κάποια θρησκευτική ή πολιτειακή παράδοση είναι στη συνεί­δηση των ίδιων των Ελλήνων η πρωταρχική και για πάντα αυθεντική απεικόνιση του είναι τους. Η γλώσ­σα του έπους είναι η μόνη που καταλαβαίνουν όλες οι ελληνικές φυλές, κι ό,τι διηγούνται τα ποιήματα του Ομήρου, είναι βάση της μόρφωσης του καθενός.

Θα ήταν λοιπόν σχεδόν περίεργο αν και η φιλοσο­φία δεν είχε προέλθει από την ποίηση. Και έτσι είναι στην πραγματικότητα, τόσο που το πρώτο βήμα συνί­σταται ακριβώς στο να την ξεχωρίσουμε από την ποίηση.

Ο πρώτος, που μπορούμε να ονομάσουμε φιλόσο­φο, είναι κι ο ίδιος ένας ποιητής, ο Ησίοδος από την Άσκρα της Βοιωτίας, ο ποιητής της Θεογονίας. Συγ­καταλέγεται συνήθως στους επικούς, επειδή η εξωτε­ρική μορφή του έργου του είναι η ομηρική. Οι εικόνες του είναι αυτές του έπους και στην τεχνική του στίχου του, παραμένει μαθητής του Ομήρου ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Αλλά πέρα από τη μορφή, που εύκολα μπορεί να ταξινομηθεί στην παράδοση, τις περισσότερες φορές παραβλέπουμε την τόλμη του περιεχομένου. Σ’ ένα αποφασιστικό σημείο ο Ησίοδος στρέφεται εναντίον του Ομήρου και προσπαθεί να πει κάτι ολότελα διαφορετικό, κάτι καινούργιο. Γι’ αυτό το λόγο και το βιβλίο του για την γενεαλογία των Θεών είναι υπό μια ασύγκριτα βαθύτερη έννοια η απαρχή της ελληνικής φιλοσοφίας, περισσότερο από τα γραπτά του Θαλή του Μιλήσιου, που η ιστορία της φιλοσοφίας από την εποχή του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου, έχει τοποθετήσει στην αρχή της.

Με τον Ησίοδο πρέπει ν’ αρχίσουμε. Μ’ αυτόν ξε­φεύγει η φιλοσοφία στο δεύτερο μισό του 8 αιώνα π.Χ. από την κραταιή παράδοση του ομηρικού έπους, σαν κάτι το ολότελα καινούργιο. Είναι μεγαλειώδες να βλέπεις, πως η μορφή μένει βέβαια ακόμα η παρα­δοσιακή, κρύβει όμως μέσα της μια σκέψη, που πάει ασυγκράτητα πέρα από αυτή την ίδια κι είναι έτοιμη να την τινάξει στον αέρα.

Το προοίμιο της Θεογονίας περιέχει στον πυρήνα του την διάσταση του Ησίοδου από τον Όμηρο. Ο Ησίοδος διηγείται, πως είχε πάει κάποτε τα πρόβατα στη βοσκή, στην κορφή του Ελικώνα στη Βοιωτία, κοντά στο χωριό του την Άσκρα. Εκεί του φανερώ­θηκαν οι Μούσες, οι θυγατέρες του Δία, και του εί­παν:

«Έϊ, σεις, βοσκοί στα λειβάδια, επονείδιστοι τιποτένιοι! Εμείς ξέρουμε να λέμε πολλά ψέμματα, που μοιά­ζουν πολύ με την πραγματικότητα. Αλλά, σαν θέλουμε, ξέρουμε να λέμε και την αλήθεια.» Αυτά είπαν οι κόρες του μεγάλου Δία, που μιλάνε σωστά, και μ’ άφησαν να κόψω ένα κλαδί από μιαν ολάνθιστη δάφνη, χάρμα οφθαλμών. Και μου ενέπνευσαν ένα τραγούδι και με πρόσταξαν να υμνήσω το γένος των μακάριων κι αιώ­νιων θεών.» (στ. 26-33, δίχως στ. 32).

Δυο πράγματα ξέρουν να λένε οι Μούσες: Ψέμματα που μοιάζουν με την αλήθεια και την ίδια την αλή­θεια. Ο Ησίοδος παίρνει την εντολή, να πει την αλή­θεια, κι όχι να σκαρώσει με το νου του ψέμματα, που μοιάζουν με την αλήθεια και δεν είναι. Αυτό είναι το νόημα των λόγων των μουσών. Σ’ αυτό το σημείο ο Ησίοδος διαχωρίζει τη θέση του από τον Όμηρο. Ο κόσμος της απατηλής πιθανότητας είναι ο κόσμος του Ομήρου. Στον ομηρικό μύθο αντιπαρατάσσεται η αλήθεια. Έτσι γεννιέται η φιλοσοφία. Και μπορούμε να πούμε, πως για την ελληνική φιλοσοφία από τον Ησίοδο και μετά, το ομηρικό έπος παραμένει κατά κάποιο τρόπο το πρότυπο κι ο κραταιότερος εκπρό­σωπος αυτού που δεν είναι φιλοσοφία: η ποικιλόχρω­μη πολυμορφία της ανθρώπινης γνώμης γενικά, γνώ­μης που μοιάζει με την αλήθεια σε απίστευτο βαθμό και ακριβώς γι αυτό το λόγο είναι και ο πιο επικίνδυ­νος αντίπαλός της.

Ιδιαίτερα όμως: Κάθε φορά που οι κατοπινοί φιλό­σοφοι αντιπαραθέτουν την αλήθεια τους στην πιθανό­τητα, κάθε που παρουσιάζουν λόγο και όχι μύθο, εκεί είναι οι κληρονόμοι του Ησίοδου και αγωνίζονται μαζύ του εναντίον της ποίησης. Αργότερα θα δούμε, πώς ο Παρμενίδης παίρνει αυτούς τους στίχους της Θεογονίας σ’ ένα αποφασιστικό σημείο της ποίησής του, στο οποίο η θεά υπόσχεται στον ποιητή να του δείξει τόσο την ουσία της αλήθειας όσο και τον κό­σμο του φαινομενικού (VS 28, 1, 29). Εδώ πρέπει να μνημονεύσουμε και τον Πλάτωνα, που κάνει σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στον λόγο και τον μύθο, σαν τις δύο δυνατότητες των ανθρώπινων λόγων· για τον Πλάτωνα, τον φιλόσοφο, που δεν ζει μονάχα στο εί­ναι, αλλά και στον κόσμο των μεταβλητών εικόνων, ο μύθος δεν είναι λιγώτερο απαραίτητος, απ’ ότι για τον κάθε Έλληνα η ποίηση του Ομήρου. Αλλά οι μύθοι του δεν πηγαίνουν ποτέ πέρα από την πιθανότητα και σε καμιά περίπτωση δεν σκοπεύουν στο να εκτοπί­σουν ή αντικαταστήσουν τον λόγο της αλήθειας. Βέ­βαια ο Ησίοδος βλέπει μονάχα την αντίθεση ανάμεσα στον λόγο, για τον οποίο του δόθηκε η εντολή, και τον μύθο του Ομήρου, που του απαγορεύτηκε. Αυτό σημαίνει ότι φτάνουμε σε μια νέα βαθμίδα φιλοσοφίας όπου αναγνωρίζεται η σχετική αναγκαιότητα ακόμα και του μύθου.

Pages: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14

You may also like...