Όμηρος: Νέκυια

ΟΜΗΡΟY
Οδύσσεια

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὶς ραψωδίες: κ καὶ λ, μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθῆναι 1995

Σημείωση: επιλέγουμε από τις ραψωδίες, μολονότι συμμεριζόμαστε πλήρως την άποψη του Δ. Μαρωνίτη ότι η επιλογή τραυματίζει το κείμενο (δες εξήγηση στο μελέτημα του Δ. Μαρωνίτη που περιέχει το αφιέρωμά μας). Επιλέγουμε ελπίζοντας ότι το αφιέρωμα θα αυξήσει στον αναγνώστη μας την διάθεση να σκύψη πάνω στον Όμηρο και να στοχασθεί για το τί ο Όμηρος και τί ο αναγνώστης, τί ο Οδυσσέας και τί τα πάθη, τί η Κίρκη, ο Άδης, κι ο μάντης, τί η συνομιλία με τον νεκρό και τί το ταξίδι. Υπάρχουν πράγματα που δεν καθορίζονται, ίσως και διότι δεν θέλουν να γίνονται τόσον σαφή και πρόδηλα εντός μας.

[…]

Ὅμως ἐγὼ στὴν κλίνη τὴν περίκαλλη τῆς Κίρκης βρέθηκα,

κι ἐκεῖ γονατιστὸς παρακαλοῦσα, μὲ τὴ θεὰ ν’ ἀκούει τὴ φωνὴ μου·

τὴν φώναξα μὲ τ’ ὄνομά της καὶ μιλώντας

τὰ λόγια μου πετοῦσαν σὰν πουλιά:

«Ὦ Κίρκη, τὴν ὑπόσχεσή σου κάνε πράξη, ὅπως καὶ τὸ ὑποσχέθης,

πὼς θὰ μὲ στείλεις πίσω στὴν πατρίδα· μέσα μου πιὰ ἡ ψυχή μου

πεταρίζει, ὅσο καὶ τῶν συντρόφων μου ποὺ μοῦ σπαράζουν

τὴν καρδιὰ θρηνώντας, ὅταν ἐσὺ κάπου καὶ λίγο ἀπομακρύνεσαι».

Ἀκούγοντας τὰ λόγια μου, ἀμέσως μοῦ ἀποκρίθηκε ἡ μεγαλόπρεπη θεά:

«Βλαστάρι τῶν θεῶν, γιὲ τοῦ Λαέρτη, πολυμήχανε Ὀδυσσέα,

ἂν δὲν τὸ θέλετε, κι ἐγὼ δὲν θέλω κι ἄλλο νὰ μείνετε σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι·

ὅμως σᾶς μέλλεται μιὰ ἄλλη ὁδός, ποὺ νὰ τὴν φέρετε σὲ πέρας·

γιατί σᾶς πρέπει πρῶτα νὰ φτάσετε στοῦ Ἅδη τὸ παλάτι,

ἐκεῖ ποὺ ἀνήμερη ἡ Περσεφόνη κατοικεῖ·

νὰ πάρετε χρησμὸ ἀπ’ τοῦ Θηβαίου Τειρεσία τὴν ψυχή,

τοῦ μάντη ἐκείνου τοῦ τυφλοῦ, ποὺ ἡ γνώση του ἀκέραιη πάντα μένει·

γιατί, ἀκόμη κι ὅταν πέθανε, ἡ Περσεφόνη τοῦ ἄφησε τὸν νοῦ του ἀνέπαφο,

μόνος αὐτὸς νὰ ‘ναι στὰ συγκαλά του καὶ νὰ σκέφτεται· οἱ ἄλλοι ὅμως

περιφέρονται ἄδειες σκιές».

Ἔτσι μοῦ μίλησε, ἐμένα ὡστόσο ράγισε ἡ καρδιὰ μου·

θρηνοῦσα καθισμένος στὸ κρεβάτι της, δὲν ἤθελε ἡ ψυχή μου

ἄλλο νὰ ζῶ, καὶ πῶς νὰ δῶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου!

Καὶ μόνον ὅταν, σὰν κουβάρι κυλισμένος, χόρτασα πιὰ τὸ κλάμα μου,

πῆρα τὸν λόγο καὶ τὴν ρώτησα:

«Ὦ Κίρκη, ποιὸς τοῦ δρόμου μας θὰ γίνει κυβερνήτης;

γιατί θαρρῶ στὸν Ἅδη, ὣς τώρα, ἄλλος κανεὶς δὲν ἔφτασε

μὲ μελανὸ καράβι».

Ἀκούγοντας τὰ λόγια μου, ἀμέσως μοῦ ἀποκρίθηκε ἡ μεγαλόπρεπη θεά:

«Βλαστάρι τῶν θεῶν, γιὲ τοῦ Λαέρτη, πολυμήχανε Ὀδυσσέα,

νὰ μὴ σὲ βασανίζει ποιὸς θὰ κυβερνήσει τὸ καράβι σου·

νὰ στήσεις μόνο τὸ κατάρτι, νὰ ἀνοίξεις τὰ λευκὰ πανιά,

καὶ φτάνει· τὸ πλοῖο θὰ ἀρμενίσει μὲ τοῦ βοριᾶ τὸ φύσημα.

Κι ὅταν μὲ τὸ καράβι σου περάσεις πέρα ὥς πέρα τὸν Ὠκεανό,

ὅπου θὰ δεῖς μιὰ χαμηλὴν ἀκτὴ κι ἄλση τῆς Περσεφόνης,

μὲ σκοῦρες καὶ μεγάλες λεῦκες, ἰτιὲς ποὺ δὲν προφταίνουν νὰ καρπίσουν —

ἐκεῖ ἐμπιστεύσου τὸ πλεούμενο στὸν ἴδιο τὸν Ὠκεανό,

μὲ τὶς βαθιές του δίνες· ἐσὺ τὸν δρόμο τράβηξε

γιὰ τὸ ἄραχλο παλάτι τοῦ Ἅδη.

Κάπου συμβάλλουν στὸν Ἀχέροντα δυὸ ποταμοί,

Πυριφλεγέθων καὶ Κωκυτὸς — τρέχει κι αὐτὸς ἀπ’ τὸ νερὸ τῆς Στύγας·

εἶναι ἕνας βράχος μεσιανὸς ἐκεῖ, ποὺ πάνω του χτυποῦν τὰ δυὸ ποτάμια,

σμίγοντας μεταξύ τους μὲ δοῦπο τρομερό.

Ὅταν, γενναῖε μου, χωθεῖς ἐκεῖ, ὅσο μπορεῖς πιὸ μέσα,

καθὼς σοῦ παραγγέλλω,

σκάψε ἕνα λάκκο ὣς ἕνα πήχη, ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές,

καὶ γύρω-γύρω τὶς χοές σου πρόσφερε σ’ ὅλους τοὺς πεθαμένους·

μέλι καὶ γάλα πρῶτα, μετὰ γλυκὸ κρασί, τέλος νερό· καὶ πάνω ἐκεῖ

πασπάλισε λευκὸ κριθάλευρο.

Δεήσου τότε στὰ ἀδύναμα κεφάλια τῶν νεκρῶν πώς,

ὅταν φτάσεις στὴν Ἰθάκη, μιὰν ἀγελάδα στείρα, τὴν καλύτερη,

θὰ θυσιάσεις στὸ παλάτι, ρίχνοντας στὴν πυρὰ

πάμπολλα δῶρα καὶ λαμπρά·

στὸν Τειρεσία, χωριστά, κατάμαυρο τραγὶ πὼς θὰ προσφέρεις,

Pages: 1 2 3 4 5 6 7 8 9

You may also like...