Δ.Ν. Μαρωνίτης: Απόλογοι: Νέκυια

Ἀπὸ: Ἐπιλεγόμενα στὴν Ὁμηρικὴ Ὀδύσσεια, ἐκδ.Κέδρος Α.Ε., Ἀθήνα 2005.

Ι

ΟΤΑΝ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ καὶ οἱ ἑταῖροι ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὸν Ἅδη στὸ νησὶ τῆς Αἴας, ἡ Κίρκη στολισμένη ἔρχεται νὰ τοὺς προϋπαντήσει. Γιὰ νὰ χαλαρώσουν ἀπὸ τὴν ἀφύσικη προηγούμενη περιπέτειά τους, τοὺς καλεῖ σὲ ἀνα­κουφιστικὸ γεῦμα μὲ τὴν ἑπόμενη προσφώνηση: Σχέτλιοι, οἳ ζώοντες ὑπήλθετε δῶμ’ Ἀΐδαο, / δισθανέες, ὅτε τ’ ἄλλοι ἅπαξ θνήσκουσ’ ἄνθρωποι (μ 21-2). Ἂν τὸ κατηγορούμενο σχέτλιοι παίζει ἀνάμεσα στὶς σημασίες «καρτερι­κός», «σκληρός», «ἀπόκοτος», τὸ ἅπαξ λεγόμενο στὸν Ὅμηρο ἐπίθετο δι­σθανέες σημαίνει ξεκάθαρα «δυὸ φορὲς ἀποθαμένοι» – ἡ δαιμονικὴ θεὰ ἐξηγεῖ μόνη της τὸν λόγο τῆς ἀνήκουστης αὐτῆς ἀποστροφῆς: οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι πεθαίνουν μιὰ φορά, ἐσεῖς δύο. Σ’ αὐτὴν τὴ μοναδικὴ προσφώνη­ση τῆς Κίρκης συμπυκνώνεται τὸ βαθύτερο νόημα τῆς «Νέκυιας».

Ὁ Ὀδυσσέας δὲν εἶναι ὁ πρῶτος μήτε ὁ μόνος ποὺ κατέβηκε ζωντανὸς στὸν Ἅδη: τὸν πρόλαβε ὁ Ἡρακλῆς, ὅπως τὸ ὁμολογεῖ καὶ μόνος του στὸ τέλος τῆς ἑνδέκατης ραψωδίας, ἐντεταλμένος ἀπὸ τὸν Εὐρυσθέα νὰ φέρει στὸν πάνω κόσμο τὸν Κέρβερο – ἄθλος ἀκατόρθωτος, ποὺ τὸν κατόρθωσε ἐντούτοις ὁ Ἡρακλῆς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἑρμῆ καὶ τῆς Παλλάδας Ἀθηνᾶς. Πασίγνωστη εἶναι ἡ κατάβαση καὶ τοῦ Ὀρφέα στὸν Ἅδη, λιγότερο γνωστὴ ἡ κάθοδος τοῦ Θησέα μὲ σύντροφό του τὸν Πειρίθοο. Μόνο ποὺ οἱ δύο αὐτὲς παραδόσεις εἶχαν ἄδοξο τέλος: ἡ Εὐρυδίκη ἐξανεμίζεται καθ’ ὁδὸν ἀπὸ τὴν ἀνυπομονησία τοῦ Ὀρφέα· ἀντὶ νὰ φέρει στὸν πάνω κόσμο τὴν Περσεφόνη ὁ Θησέας, παγιδεύεται ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν Πλούτωνα στὸν κάτω κόσμο, ὅπου καὶ θὰ ἔμενε γιὰ πάντα, ἂν δὲν τὸν ἐλευθέρωνε ὁ Ἡρακλῆς -μοίρα ποὺ χτύπησε τὸν σύντροφο Πειρίθοο.

Τοῦ Ὀδυσσέα ὡστόσο ἡ φριχτὴ ἐπίσκεψη στὸν κόσμο τῶν νεκρῶν διαφέ­ρει ἀπὸ τὶς ὁμόλογές της τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸ κίνητρο καὶ τὸν στόχο της: μὲ ἐντολὴ τῆς Κίρκης ἔρχεται ὁ ἥρωας στὸν Ἅδη, νὰ πάρει χρησμὸ ἀπὸ τὸν νεκρὸ πιά, ἀλλὰ κατ’ ἐξαίρεση ἔμφρονα, μάντη Τειρεσία· νὰ μάθει τὸ τέλος τοῦ ἀσυντέλεστου ἀκόμη νόστου του. Πρόκειται γιὰ ἕνα εἶδος νεκρομαντεί­ας, ὅπου ὅμως νόστος καὶ θάνατος ἀνταλλάσσονται μεταξύ τους: γιὰ νὰ νοστήσει ὁ Ὀδυσσέας στὴν Ἰθάκη, πρέπει πρῶτα νὰ πεθάνει ζωντανὸς – νὰ γίνει δισθανής, ὅπως τὸ λέει ἡ Κίρκη.

Τοῦτο τὸ ὀξύμωρο δύσκολα ἐξηγεῖται, ἂν μάλιστα σκεφτοῦμε ὅτι κανο­νικὰ ὁ θάνατος αἴρει τὸν νόστο, ἐνῶ ἐδῶ μεταμορφώνεται σὲ καλὸ ἀγωγό του – ἢ σχεδόν. Θυμίζω ὅτι στοὺς μεγάλους ἥρωες τῆς Ἰλιάδας (στὸν Σαρπηδόνα λ.χ. καὶ κυρίως στὸν Ἕκτορα) ὁ Δίας κατ’ ἐξαίρεση ἐπιφυλάσσει, ὅταν σκοτώνονται, νεκρώσιμο νόστο: οἱ ἥρωες ἐπιστρέφονται νεκροὶ στὸν τόπο καὶ στὸ σπίτι τους, γιὰ νὰ τοὺς θάψουν οἱ δικοί τους ἐν τιμῇ. Ἡ «Νέκυια» φαίνεται νὰ ἀντιγράφει τὸ ἰλιαδικὸ αὐτὸ πρότυπο, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ με­ταμορφώνει: ὁ Ὀδυσσέας νοστεῖ, ἔχοντας γνωρίσει ζωντανὸς τὴν ἐμπειρία τοῦ θανάτου.

Ὑπάρχουν καὶ κάποια ἄλλα σημεῖα τῆς Ὀδύσσειας, κρίσιμοι κόμβοι στὴν ἐξέλιξη τοῦ νόστου, ὅπου ὁ θάνατος, μαζὶ μὲ τὸν ὕπνο, ὑποβαστάζει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἥρωα. Τὸ σημαντικότερο ἐντοπίζεται στὴν ἀρχὴ τῆς δέκατης τρίτης ραψωδίας, στὴν κορυφαία σκηνὴ ὅπου οἱ φιλήρετμοι Φαίακες μεταφέρουν μὲ τὸ μαγικὸ καράβι τους τὸν Ὀδυσσέα στὴν Ἰθάκη (ν 70-92).

Ὅλα ἐπιτέλους εἶναι ἕτοιμα γιὰ τὸν τελικὸ νόστο· ὁ ἥρωας ἀποχαιρετᾶ τὸν Ἀλκίνοο καὶ τὴν Ἀρήτη· ἐπιβιβάζεται στὸ πλοῖο καὶ κουρνιάζει στὸ κοί­λωμα τῆς πρύμνης, στρωμένο μὲ λινὸ σεντόνι· οἱ κωπηλάτες τεντώνουν τὸ κορμί τους πρὸς τὰ πίσω καὶ τὰ κουπιὰ χτυποῦν τὸ κύμα τῆς θαλάσσης· τὸ πλεούμενο πετᾶ, τόσο ποὺ μήτε καὶ τὸ ἐλαφρότερο πουλὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ φτάσει. Στὸ μεταξὺ ὁ Ὀδυσσέας βυθίζεται στὸν ὕπνο, ποὺ εἶναι: νήδυμος (γλυκός), νήγρετος (ἀξύπνητος), θανάτω ἄγχιστα ἑοικὼς (τόσο παρό­μοιος μὲ τὸν θάνατο). Σ’ αὐτὸν τὸν ἀπύθμενο ὕπνο (ν 79-80) βυθισμένος, ταξιδεύει ὁ Ὀδυσσέας· στὸν πάτο του βουλιάζουν, καὶ τώρα ἐξαφανίζονται, πάθη καὶ ἄλγη τοῦ πολέμου καὶ τῆς θάλασσας· ὁ ἥρωας εὔδει ἀτρέμας (κοιμᾶται δίχως νὰ σαλεύει), λελασμένος ὅσσ’ ἐπεπόνθει (ἔχοντας πιὰ ξεχά­σει ὅσα ἔπαθε στὰ εἴκοσι χρόνια τῆς ἀπουσίας του).

Pages: 1 2 3 4 5 6

You may also like...