Έζρα Πάουντ: Canto 1

Μετάφραση: Γιῶργος Σεφέρης. Γιώργου Σεφέρη, Ἀντιγραφές, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2005. Σημειώσεις επεξηγηματικές: Π. Δρακόπουλος

 

Καὶ τότε κατηφορίσαμε στὸ καράβι,1

Κυλήσαμε τὴν καρένα στὴ θάλασσα τὴ θεοτική,

Σηκώσαμε τ’ ἄλμπουρο καὶ τὸ πανὶ στὸ μελανὸ τοῦτο καράβι,

Καὶ τὸ φορτώσαμε μ’ ἀρνιά, φορτώσαμε μαζὶ καὶ τὰ κορμιά μας

Βαριὰ ἀπὸ δάκρυα, κι οἱ ἀγέρηδες ὁλόπρυμα

Μᾶς πῆραν πέρα μακριὰ μὲ τὸ πρησμένο καραβόπανο,

Τῆς Κίρκης τούτη ἡ τέχνη, τῆς καλοχτένιστης θεᾶς.

Τότες καθίσαμε στὴν κουπαστή, κι ὁ ἀγέρας μάγκωνε τὸ τιμόνι.

Ἔτσι ὁλάρμενοι, περνούσαμε τὸ πέλαγο ὡς νὰ τελειώ­σει ἡ μέρα.

Ἀποκοιμήθη ὁ ἥλιος, ἴσκιοι σ’ ὁλάκερο τὸν ὠκεανό,

Καὶ τότες μπήκαμε στὰ πιὸ βαθιὰ νερά,

Στὶς Κιμμέριες χῶρες, καὶ στὶς πολυάνθρωπες πολι­τεῖες

Σκεπασμένες μὲ μιὰ κρουστὴ καταχνιά, ποτὲς δὲν τὴν τρυπάει

Ὁ ἀχτιδοβόλος ἥλιος

Μήτε ὅταν βγαίνει στ’ ἀψηλὰ κοντὰ στ’ ἀστέρια

Μήτε ὅταν σκύβει νὰ γυρίσει πίσω ἀπὸ τὸν οὐρανό·

Νύχτα ὁλόμαυρη τεντωμένη ἐκεῖ πάνω στοὺς ἄμοιρους ἀνθρώπους.

Πίσω τὸ ρέμα τοῦ ὠκεανοῦ, κι ἤρθαμε τότε

Στὸν τόπο πού μᾶς ἁρμήνεψε ἡ Κίρκη.

Ἐδῶ κάνανε θυσίες ὁ Περιμήδης κι ὁ Εὐρύλοχος

Καὶ τραβώντας τὸ σπαθὶ ἀπὸ τὸ μερί μου

Ἔσκαψα τὸ τετράπηχο χαντάκι·

Χύσαμε τότε σπονδὲς στὸν κάθε νεκρό,

Πρῶτα ὑδρόμελι κι ἔπειτα γλυκὸ κρασί, νερὸ κι ἄσπρο ἀλεύρι.

Καὶ προσευκήθηκα πολὺ στ’ ἀδύναμα κεφάλια τοῦ θα­νάτου·

Καθὼς γυρίσω στὴν Ἰθάκη, ἄγονους ταύρους τοὺς κα­λύτερους

Νὰ τοὺς θυσιάσω, πλούτη στοιβάζοντας στὴν πυρά,

Καὶ γιὰ τὸν Τειρεσία μοναχὰ ἕνα ἀρνί, ἕναν κατάμαυρο μπροστάρη.

Χύθηκε τὸ αἷμα σκοτεινὸ στὸν τράφο,

Ψυχὲς ἔξω ἀπὸ τὸ Ἔρεβος, λείψανα πεθαμένων, νυφάδες,

Νέοι καὶ γέροντες ποὺ βασανίστηκαν πολύ·

Ψυχὲς κηλιδωμένες ἀπὸ δάκρυα νωπά, τρυφερὲς παρ­θένες,

Ἄντρες πολλοί, χτυπημένοι μὲ τὶς χάλκινες λόγχες τῶν κονταριῶν,

Σκύλα τῆς μάχης, ἔχοντας ἀκόμη τ’ ἄρματα ματω­μένα,

Τοῦτοι πληθαῖναν καὶ μαζεύουνταν τριγύρω μου, φω­νάζοντας,

Ἄχνα μὲ σκέπασε. Πρόσταξα στοὺς συντρόφους κι ἄλ­λα σφαχτάρια.

Σφάξανε τὸ κοπάδι, ἀρνιὰ σφαγμένα μὲ τὸ χαλκὸ·

Ἔχυσα μύρα κι ἔκραξα στοὺς θεοὺς

Στὸν κραταιὸ Πλούτωνα καὶ στὴν παινεμένη Περσε­φόνη·

Γύμνωσα τὸ στενὸ σπαθί,

Κάθισα γιὰ νὰ διώχνω τοὺς βιαστικοὺς ἀδύναμους νεκρούς,

Ὅσο ν’ ἀκούσω τὸν Τειρεσία.

Ἀλλὰ ἦρθε πρῶτος ὁ Ἐλπήνωρ, ὁ φίλος μας Ἐλπή­νωρ,

Ἄθαφτος, ἀπορριγμένος πάνω στὴ μεγάλη γῆς,

Κουφάρι ποὺ τ’ ἀφήσαμε στὸ σπίτι τῆς Κίρκης,

Ἄκλαυτο κι ἀσαβάνωτο· τὰ βάσανα μᾶς κέντριζαν γι’ ἀλλοῦ.

Ἀξιολύπητο πνεῦμα. Καὶ φώναξα μιλώντας βιαστικά:

«Ἐλπήνωρ, πῶς ἔφτασες στὸ σκοτεινὸ τοῦτο ἀκρο­γιάλι ;

Πεζοδρόμος ἦρθες ξεπερνώντας τοὺς θαλασσινούς;»

Καὶ αὐτὸς βαριὰ μιλώντας :

«Τύχη κακιὰ καὶ τὸ πολὺ κρασί. Γλίστρησα στὸ μέ­γαρο τῆς Κίρκης.

Κατεβαίνοντας τὴν ἀψηλὴ σκάλα ἀφύλαχτος

Ἔπεσα πάνω στὸν τοῖχο,

Τσάκισα τὸ κόκαλο τοῦ αὐχένα, κι ἡ ψυχὴ γύρεψε τὸν Ἅδη.

Μὰ ἐσύ, Βασιλιά, παρακαλῶ θυμήσου με, ἄκλαυτον, ἄθαφτο,

Σώριασε τ’ ἅρματά μου, φτιάξε μου τάφο στὴν ἀκρο­γιαλιά, καὶ γράψε:

Ἕνας ἄμοιρος ἄνθρωπος καὶ μ’ ὄνομα μελλούμενο.

Καὶ στῆσε τὸ κουπί μου ποὺ ἔλαμνα μαζὶ μὲ τοὺς συν­τρόφους.»

Ἦρθε κι ἡ Ἀντίκλεια καὶ τὴν ἔδιωξα, κι ὕστερα ὁ Τει­ρεσίας ὁ Θηβαῖος,

Κρατώντας τὸ χρυσὸ ραβδί, μὲ γνώρισε καὶ μίλησε πρῶτος:

«Ἦρθες ξανά; Γιατί; Κακορίζικε ἄνθρωπε,

Μέσα στοὺς ἀνήλιαγους νεκρούς, στὴν ἄχαρη τούτη χώρα;

Τραβήξου ἀπ’ τὸν τάφρο, ἄφησε τὸ αἱματερὸ πιοτό μου

Γιὰ νὰ μαντέψω.»

Καὶ τραβήχτηκα πίσω,

Κι αὐτὸς δυναμωμένος ἀπὸ τὸ αἷμα εἶπε τότες : «Ὀ­δυσσέα

Θὰ γυρίσεις διαβαίνοντας τὸν πεισμωμένο Ποσειδώνα

Πάνω σὲ μαῦρες θάλασσες,

Θὰ χάσεις ὅλους τοὺς συντρόφους.» Καὶ τότες ἡ Ἀντί­κλεια ἦρθε.

Μεῖνε ἥσυχος Divus. Θέλω νὰ πῶ τὸν Ἀντρέα Divus,

In officina Wecheli, 1538,2 ἔξω ἀπὸ τὸν Ὅμηρο·

Κι ἀρμένισε πλάι σὲ Σειρῆνες κι ἔπειτα πέρα στ’ ἀνοιχτὰ

Καὶ πρὸς τὴν Κίρκη.

Venerandam,3

Κατὰ τὴ φράση τοῦ Κρητικοῦ, χρυσοστέφανη Ἀφρο­δίτη,

Cypri munimenta sortita est4, πασίχαρη, orichalci5

μὲ τὶς μαλαματένιες

Ζῶνες καὶ τοὺς στηθόδεσμους, σὺ μὲ τὰ μαῦρα βλέφαρα

Φέρνοντας τὸ χρυσὸ κλωνάρι τοῦ Ἀργειφόντη6. Ἔτσι

λοιπόν:

Pages: 1 2

You may also like...