Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980

[στη φωτογραφία ο ποιητής με τον Παν. και τη Ζηνοβία Δρακοπούλου]

 

Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ κι ἀσάλευτο.

Ὁ ἀγέρας μάκραινε τὶς φλόγες τῶν κεριῶν

κατὰ τὴν ὀροφή. Κουρτίνες βαθυκόκκινες

σκέπαζαν τὰ παράθυρα καὶ ἡ αὐστηρὴ Σιγὴ

μὲ βῆμα σιγανὸ πλανιότανε στὴν ἔρημη

κλεισμένη σάλα.

Ὅταν πιὰ κουρασμένος ἀπὸ τὸ σοφὸ βιβλίο

τὰ μάτια ἀνύψωσα, ξάφνου εἶδα γύρα

πλῆθος βουβὲς μορφὲς ποὺ κοίταγαν ἀσάλευτα

βαθιὰ κι αὐξαίνανε ἤρεμα κοιτάζοντας

ὁλοένα. Τότε ρώτησα μὲ σοβαρὴ φωνή:

Φίλοι, τί συναχτήκατε καὶ τί γυρεύετε ἐδῶ πέρα;

Δὲν ἀποκρίθηκαν μονάχα κοίταγαν κατάματα

καὶ πίσω ὁλοένα πλήθαιναν σὰν ἄνεμος

ποὺ γιόμισε ὅλη ἡ σάλα.

Κάπου ἰδωμένα πρόσωπα, μορφὲς ἀπαντημένες

στῆς ζωῆς τὸ κύλισμα, στὰ πιὸ δύσκολα χρόνια

σὲ καταχνιὲς σὲ ὑπόγεια σὲ φονιάδων δρόμους,

στὸ αἷμα ἐπιδέξια στὸ μαχαίρι στὸ βιασμό.

Καὶ πάλε ἐρώτησα μ’ ἀτάραχη φωνή:

Τί καρτερᾶτε ἀμίλητοι, πῶς μπήκατε ἐδῶ μέσα;

Κι ὅπως δὲν ἀποκρίνονταν μὲ συνεπῆρε ἡ ὀργή:

Σκυλιὰ καταραμένα τί γυρεύετε; μιλῆστε.

Κουφάρι ἐσὺ τυφλό, τί θές; γοργὰ ἀποκρίσου,

γιατί τὸ χέρι μου μὲ βιάζει τὸ ἀνυπόμονο.

Τότε ἀποκρίθηκε ἥσυχα: Φίλε, θυμήσου

πρὶν ἀπὸ χρόνια ἀμέτρητα μὲ τύφλωσες. Τὸ φῶς

δῶσε μου πίσω ποὺ στερήθηκα. Ξάφνου ἄστραψε

μέσα μου ὁ κόκκινος θυμὸς κ’ εἶπα: Τυφλὲ

χάσου ἀπ’ τὰ μάτια μου πρὶν σὲ κερδίσει ὁ θάνατος.

Δὲ μίλησε, μόνο μὲ κοίταγε βαθιὰ κ’ ἐπίμονα.

Δὲ βάσταξα, ἔστριψα κι ἀντίκρισα κάποιον Λουκᾶ

νεκρὸ σαράντα χρόνια τώρα μὲ μιὰ τρομερὴ

φάουσα στὸ πρόσωπο. Πιὸ πίσω τὸν Ἰσαὰκ

χτικιάρη ποὺ τὸν πῆρε ἕνα πικρὸ βόλι στὴν Ἀλβα­νία,

δίπλα τὸν Μάρκελλο, πιὸ πέρα τὸν Ἀλέξαντρο

ποὺ τὸν ἐγκρέμισα τὴ νύχτα σὲ μιὰ στέρνα σκοτεινή.

Κι ὅλοι τοῦτοι μὲ κοίταγαν βουβοὶ κι ἀσάλευτοι

μὲ τὰ πρησμένα μάτια τοὺς καθὼς συνάζονταν

καὶ πλήθαιναν τριγύρα μὲς στὴν αἴθουσα.

Τότε ἀνατρίχιασα βαθιὰ μὰ ὡστόσο μπόρεσα

καὶ φώναξα μὲ δυνατὴ φωνή: Σκυλιά,

δαίμονες φύγετε κι ἀδειάστε τὴ γωνιά. Γιὰ σᾶς

δὲν ἔχω τίποτα. Καὶ λέγοντας μπῆκα στὴν κάμαρα

τοῦ ὕπνου μὲ τὴν κρυφὴν ἐλπίδα πὼς θὰ γλίτωνα.

Μὰ τότε πιὰ ἡ ὀργὴ κι ὁ σκοτεινὸς θυμός

Pages: 1 2

You may also like...