Παν. Δρακόπουλος, Η Ιδιοπροσωπία του Νέου Ελληνισμού

Πρόλογος στην ομώνυμη έκδοση του ιδρύματος Γουλανδρή-Χορν, 1983.

Ας αρχίσουμε με μιαν αναγνώριση αδυναμίας: ο τίτλος της παρούσης εκδόσεως συνιστά σύζευξη δύο όρων, των οποίων η σάρκωση είναι υπό συζήτησιν και διόλου γενικώς αποδεκτή. «Ορισμένοι συγγραφείς αμφιβάλλουν αν ο Νέος Ελληνισμός κατόρθωσε να σχηματίσει δικό του πρόσωπο· άλλοι χαρακτηρίζουν τη σχετική συζήτηση σαν προσπάθεια καλύψεως των μυθολογικών αναγκών της κοινωνίας· άλλοι διερωτώνται αν μπορεί να νοηθεί διάσταση προσωπική μέσα στο ναζισμό που εκτρέφει η τεχνολογική κοινωνία· άλλοι αμφισβητούν τη δυνατότητα συστάσεως προσώπου με κάποια σταθερά χαρακτηριστικά μέσα στη δίνη των συνεχών αλλαγών στις όποιες υπόκεινται τόσο το κοινωνικό σύνολο όσο και τα επί μέρους άτομα.

Η χωρίς συζήτηση απόρριψη αυτών των ενστάσεων θα ήταν όχι μόνον άγονη αλλά και άδικη. Πράγματι, ο νέος Ελληνισμός δεν έχει κατορθώσει να προσφέρει ως αυτονόητη παρουσία το όποιο πρόσωπό του —στο βαθμό, τουλάχιστον, πού το προσφέρουν η αρχαιότητα και οι μέσοι χρόνοι. Πρέπει επίσης να παραδεχθούμε πως κάθε κοινωνία δημιουργεί μια μυθολογία και συνίσταται από αυτήν ιδιαιτέρως, η συγκρότηση του νεοελληνικού μύθου υπήρξε, επί δεκαετίες, το «θεωρητικό» όργανο και άλλοθι συγκεκριμένων πολιτικών σκοπουμένων των οποίων η παράκαμψη είναι, πλέον, πάρα πολύ δύσκολη. Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε, εξ άλλου, το γεγονός ότι η τεχνολογική ανάπτυξη -μέχρι στιγμής- τείνει να εκπραγματώσει τον άνθρωπο και όχι να τού επιτρέψει τη συγκρότηση προσώπου. Τέλος, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι οι ραγδαίες αλλαγές και η συρρίκνωση κάθε διαρκείας, δυσχεραίνουν τη συζήτηση περί προσώπου.

Είναι φανερό ότι οι ενστάσεις αυτές δεν μπορούν και δεν πρέπει να απορριφθούν. Η παρούσα σπουδή τις δέχεται ως μερικά από τα σημεία του ορίζοντος όντος του οποίου θα επιχειρήσει τη συνάντηση με το ερώτημα περί ιδιοπροσωπίας.

Θα πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ευθύς αμέσως ότι οι συγγραφείς πού χρησιμοποιούν τον ορό «ταυτότητα» αντί τού «ιδιοπροσωπία» ακυρολεκτούν. Ο όρος «ταυτότητα» (Identity, Identitat) είναι παράγωγο του λατινικού idem (απ’ όπου και το Identicus) και αναφέρεται σε σχέσεις ταυτοσημίας. Γι’ αυτό και σημειώνεται είτε με το γνωστό «Α είναι Α», είτε —επειδή η χρήση τού copula οδηγεί σε παρερμηνείες —με θεωρήματα της μορφής Χ = Χ, p = q, pq και, πληρέστερα ακόμη, με το θεώρημα F(x) = x F(x). Ο Θωμάς ο Ακινάτης ανέπτυξε πολλές διακρίσεις της ταυτότητος (idem materi, idem specie, idem numero κ.ά.)1, διακρίσεις πού καλλιέργησε και η νεώτερη φιλοσοφία. Οι διακρίσεις αυτές δεν έχουν ως πεδίο αναφοράς την ιδιοπροσωπία, αλλά εκφράζουν κανόνες ή ιδιότητες ή σχέσεις ουσιολογικές και επιστημολογικές. Ακόμη και ο Όρος «personal identity» αναφέρεται στην εαυτότητα, στο γεγονός ότι έχουμε συνείδηση πως είμαστε ένας εαυτός καθ’ όλη τη διάρκεια τού βίου μας, πως είμαστε αυτό το ίδιο παρά τις αλλαγές μας2.

Η ιδιοπροσωπία προϋποθέτει ρήξη με την ουσιολογική οντολογία και αναγνώριση τού γεγονότος ότι δεν υπάρχει ουσία ανυπόστατη, απρόσωπη. Το πρόσωπο είναι τόσο η υπόσταση του όντος όσο και η αιτία του3. Ιδιοπροσωπία είναι η έκφραση ενός προσώπου, η ιδιαίτερη διάθεση του, ο τρόπος με τον οποίο το πρόσωπο ίσταται έναντι τινός4. Έπεται ότι η σπουδή της ιδιοπροσωπίας δεν μπορεί να είναι μια ουσιολογία. Πρόκειται για σπουδή της τροπικότητος, των τρόπων διά των οποίων το πρόσωπο εκ-φράζεται.

Τί συνιστά την έκφραση ενός λάου; Πρώτον το γεγονός ότι, δεύτερον ο τρόπος με τον οποίο και τρίτον αυτά τα οποία ο λαός συντηρεί και παραδίδει ως προϋποθέσεις της υπάρξεως του, ως συνιστώσες του5.

Πως διαχωρίζουμε ένα τμήμα από το σύνολο των ανθρώπων (και ό,τι συνθέτει το ανθρώπινό τους) και το ονομάζουμε «Ελληνισμό»; Ποιο είναι το οντολογικό θεμέλιο του συγκεκριμένου μορφώματος; Το φυλετικό; Ασφαλώς όχι, αφού δεν έχουμε αψευδή τεκμήρια για τη φυλετική καθαρότητα (εάν υποθέσουμε ότι αυτό το λεκτικό σχήμα εκκαλεί οιαδήποτε πραγματικότητα) των περισσοτέρων Ελλήνων —αρχαίων, μέσων η νεωτέρων. Το χωρικό; Κι αυτό απορρίπτεται, αφού τα σύνορα του Ελληνισμού ήσαν πάντοτε ρευστά και, πολύ συχνά, δεν υπήρχαν διόλου. Το θρησκευτικό; Και πάλιν όχι, αφού η θρησκεία των Ελλήνων δεν είναι μια και μόνη σ’ όλες τις «ιστορικές περιόδους, ούτε αποκλειστικώς ελληνική. Χωρίς να θέλω να περιορίσω τη βαρύνουσα σημασία πού έχει για τη συγκρότηση του Ελληνισμού η φυλετική του ιδιαιτερότητα, η γεωγραφική του τοποθέτηση και η θρησκευτική του (έστω έμμεση), συνάφεια, ισχυρίζομαι ότι το θεμελιώδες οντολογικό στοιχείο του Ελληνισμού είναι η γλώσσα του. ‘Εδώ δεν αναφέρομαι στους ελληνομαθείς, στον Μάρκο Αυρήλιο η στον Κρουμβάχερ, αλλά σε εκείνους των οποίων η συνείδηση συγκροτείται από την ελληνική γλώσσα.

Pages: 1 2 3 4 5

You may also like...