Γιώργος Μυλωνάς, Τάσος Μαντζαβίνος: Το κοράκι

Από Διός άρξασθε.

Το κοράκι δεν είναι ένα ακόμη πουλί, δεν είναι απλά ένα είδος ανάμεσα στ΄ άλλα.  Όπως ο αετός, έτσι και το κοράκι είναι σύμβολο πανάρχαιο.  Είναι πουλί που τρώει πτώματα, αλλά και κάτι περισσότερο: οσφραίνεται τον θάνατο, και μαζεύεται ένα σμήνος από αυτά κοντά στο πλάσμα που πρόκειται να πεθάνει. Στη φαντασία του αρχαϊκού ανθρώπου -και ασφαλώς όχι μόνον αυτού-, το οσφραίνομαι τον θάνατο  σημαίνει ότι ειδοποιούμαι από τον θεό του θανάτου, τον οποίον και αναμένω. Έτσι, το κοράκι έγινε σύμβολο του θανάτου. Έτσι το καρφώσαμε στον ουρανό, ένα σμήνος άστρων, κι ο αστερισμός του βλέπει προς τη Δύση, «ὁ Κόραξ βλέπων εἰς δυσμάς» -καθώς εξηγεί ο Ερατοσθένης στους Καταστερισμούς του-, έχει το μάτι καρφωμένο στο άστρο του Άδη.

Ως πουλί του θανάτου λοιπόν, το κοράκι  πετάει μέσα στην ερμηνεία του κόσμου στους λαούς όλους: στην Κίνα, την Ινδία, τη Μεσοποταμία, την Αίγυπτο, αλλά  και στην Ελλάδα, όπως αφηγείται η μυθολογία και μας φανερώνει ο εξαίσιος κύλικας του αγγειογράφου Πιστόξενου στους Δελφούς.

Από τους Έλληνες πέρασε στους Ρωμαίους, κι από κει στους αλχημιστές του Μεσαίωνα, ως σύμβολο διάλυσης και θανάτου. Πέρασε όμως και στους Κέλτες, κι έγινε ο μεγάλος θεός Μπράν (που σημαίνει Κοράκι), θεός του θανάτου και της συμφοράς. Οι άποικοι τόφεραν στην Αμερική, όπου τα κοράκια ως τις μέρες μας ζουν στις μεγαλουπόλεις όπως και  στην εξοχή. Οι αρχαίοι Έλληνες εξέφρασαν την απέχθειά τους προς τον ήχο των κορακιών, το γνωστό κρά, κι έχουν πολλές ιστορίες γι αυτό. Στην Αμερική το κοράκι (raven) έγινε και crow – μια λέξη που δεν σημαίνει τίποτε αλλά μιμείται τον ήχο που βγάζει το κοράκι – το μονότονο, επαναληπτικό ήχο.

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, με την Πτώση του σπιτιού των Ώσερ, την Αφήγηση του Άρθρουρ Γκόρντον Πημ, τη Λίγεια και με το Κοράκι κυρίως, πέρασε ως ένας από τους μεγάλους που μας έδωσε ο σκοτεινός ρομαντισμός. Με τον όρο αυτό, οι κριτικοί  αναφέρονται συνήθως  στη λογοτεχνία εκείνη που κυριαρχείται από αυτό που ο Ζ. Φρόϋντ ονόμασε «ανοίκειο»,  ή για να το πούμε αλλιώς, το επίφοβο, το αλλότριο στοιχείο του φανταστικού.  Ο Πόε δεν ήταν ο μόνος. Ο ρομαντισμός στο σύνολό του σχεδόν κοιτούσε με προσοχή το εξωκόσμιο και τον θάνατο. Μια αντίληψη που γεννήθηκε με τον Φάουστ, δεν περιμένει κανείς να ξαφνιάζεται από την παρουσία του διαβόλου. Ωστόσο, τη μεγάλη μετάβαση του ρομαντικού στη σκοτεινή και ανατριχιασμένη πλευρά της ψυχής μας την έδωσαν ο Χόφμαν, ο Λούντβιχ Τικ, η Μαίρη Σέλλευ, ο Κόλλεριτζ κ. ά. Η διαφορά ανάμεσα στο ρομαντικό και τη σκοτεινή του πλευρά συνίσταται στην αφήγηση ενός ανοίκειου ικανού να προκαλέσει ανατριχίλα.  Ο θάνατος δεν είναι ανοίκειος. Η συμφωνία με τον διάβολο δεν παρουσιάζεται ως ανοίκειο στοιχείο. Παράλογο ίσως, αλλά ο Μεφιστοφελής δεν οδεύει στο ανοίκειο: «Εγώ είμαι το πνεύμα που αιώνια αρνιέται. Κι έτσι πρέπει, γιατί καθετί που γεννιέται είναι άξιο και να καταστραφεί», λέει. Αυτό δεν είναι το φροϋδικό ανοίκειο∙ είναι η βάση της εγελιανής διαλεκτικής. Ο Φράνκενστάϊν όμως δεν είναι η ιστορία ενός πεθαμένου που ένας ικανός χειρούργος τον επανέφερε στη ζωή, είναι η ιστορία ενός αλλότριου πλάσματος που αναζητά τον ζωοδότη του, κι αυτή η αναζήτηση συνιστά μακάβρια απειλή για τον χειρούργο.

Pages: 1 2 3 4 5 6 7 8

You may also like...