Δημήτρης Δημητράκος, Οι παγίδες της «πολυπολιτισμικότητας»

Πολύ συχνά χρησιμοποιείται ο όρος «πολυπολιτισμικότητα» (multiculturalism), εννοώντας απλώς την πολιτισμική πολυμέρεια. Με αυτήν την έννοια, η πολυπολιτισμικότητα δηλώνει ποικιλία, και μετρεί τον πλούτο και το δυναμισμό μιας κουλτούρας. Ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός αποτελεί δείγμα πολιτισμικής πολυμέρειας, η οποία συμβαδίζει με τις αξίες της νεωτερικότητας και της ανοιχτής κοινωνίας, δηλαδή της ελευθερίας, του πλουραλισμού και της ανεκτικότητας.

Αντίθετα, η απαίτηση πολιτισμικής ομοιομορφίας είναι ακραία συντηρητική και συγχρόνως απλοϊκή. Δεν απειλείται ένας εύρωστος πολιτισμός από τη συνύπαρξη διαφορετικών μεταξύ τους γλωσσών, θρησκειών, πνευματικών παραδόσεων ή ιδεολογιών. H δύναμη του δυτικού πολιτισμού συνίσταται στη δυνατότητα που έχει να τονώνεται από διαφορετικά μεταξύ τους πολιτιστικά στοιχεία που απορροφεί. Ο πολιτισμός όμως αυτός έχει ένα θεσμικό υπόβαθρο που εξασφαλίζει την ελευθερία και την ανεκτικότητα, που είναι προαπαιτούμενα για την ανάπτυξή του. Το θεσμικό αυτό υπόβαθρο ταυτίζεται με τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα που συνυφαίνονται με αυτήν. H δημοκρατική ανεκτικότητα δεν μπορεί να εκτείνεται, στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, σε εκείνες τις πολιτισμικές μορφές που απειλούν αυτό το θεσμικό υπόβαθρο.

Και όμως, σε αυτό καταλήγει το σύγχρονο αίτημα της πολυπολιτισμικότητας. Με φόντο ένα διάχυτο πολιτιστικό σχετικισμό, ο οποίος κυριαρχεί στη μόδα του μεταμοντέρνου και που διατείνεται ότι όλες οι πολιτιστικές παραδόσεις είναι ισότιμες, η ιδεολογία της πολυπολιτισμικότητας δεν αρκείται στο αίτημα για πολιτισμική πολυμέρεια, αλλά ζητεί την αποδοχή του «άλλου», ακόμη και αν (ή μάλλον ιδίως αν) ο «άλλος» απαιτεί την εξαφάνιση του πολιτισμικού και του θεσμικού πλαισίου που τον δέχεται, επικαλούμενος την πολιτισμική του «διαφορετικότητα». Τότε είναι που ο ίδιος ο πολιτισμός της δημοκρατίας και της νεωτερικότητας αυτοπαγιδεύεται στον πλουραλισμό και στην ανεκτικότητα που είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά.

Ας πάρουμε δύο παραδείγματα ανοχής και μη ανοχής στο πλαίσιο της δυτικής κοινωνίας για να φανεί καλύτερα αυτή η αλήθεια. Επιφανειακά τα παραδείγματα είναι παρόμοια διότι αφορούν την ενδυμασία μελών της βρετανικής και της γαλλικής κοινωνίας, αντίστοιχα, που όμως εμμένουν στην τήρηση κανόνων που επιβάλλουν οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Ωστόσο στη μία περίπτωση η εμμονή αυτή έχει ανατρεπτικό στόχο, ενώ στην άλλη δεν έχει. Ετσι στη Βρετανία έγινε αποδεκτό το αίτημα των ινδών Σιχ να φορούν το παραδοσιακό τους τουρμπάνι, ακόμη και ως οδηγοί λεωφορείων, στους οποίους επιβάλλεται μια καθορισμένη στολή. Το αντίθετο συνέβη στη Γαλλία σε σχέση με τη μουσουλμανική μαντίλα που φόρεσαν τρεις μαθήτριες λυκείου. Ο κανονισμός του γαλλικού δημόσιου σχολείου απαγορεύει ρητώς την εκδήλωση οποιασδήποτε θρησκευτικής πίστης ή ταυτότητας. Το «λαϊκό» σχολείο – σε αντίθεση με το εκκλησιαστικό σχολείο – αποτελεί θεμελιώδη θεσμό της Γαλλικής Δημοκρατίας από το 1881 και έπειτα.

Το μοντέλο αυτό της γαλλικής εκπαίδευσης εκφράζει έναν ολόκληρο πολιτισμό που διαχωρίζει το ατομικό δικαίωμα του θρησκεύεσθαι από τη συλλογική ανάγκη εκπαίδευσης ως απαραίτητης προϋπόθεσης για τη δημιουργία ενεργών πολιτών σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Οι μαθήτριες που εμφανίστηκαν με τις μαντίλες θέλησαν να δείξουν την αντίθεση των οικογενειών τους και γενικότερα της πολιτισμικής παράδοσης που εκπροσωπούν σε όλον αυτόν τον κοσμικό, νεωτερικό πολιτισμό. Ωστόσο οι γαλλικές αρχές παρέμειναν ανυποχώρητες, παρά την αναταραχή που δημιουργήθηκε από τους ισλαμιστές και τους υποστηρικτές της «πολυπολιτισμικής» ανεκτικότητας.

Αντίθετα οι Σιχ της Βρετανίας δεν έθεσαν ζήτημα σύγκρουσης πολιτισμών με την επιμονή τους στο τουρμπάνι. Οι Σιχ, ως θρησκευτική μειονότητα, αποτελούν γόνιμο στοιχείο της βρετανικής κοινωνίας, συμμορφώνονται απόλυτα στους κανόνες και στις αρχές της σύγχρονης δημοκρατίας και εμπλουτίζουν τον πολιτισμό στον οποίο μετέχουν με τη δική τους ιδιαιτερότητα. Το ίδιο ισχύει και για πολλές άλλες πνευματικές παραδόσεις που συνυπάρχουν στις πλουραλιστικές δυτικές κοινωνίες.

Μπορεί η σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία να ανεχθεί τους εχθρούς της; Ναι, αν δεν είναι οπλισμένοι, αν δεν απειλούν τους θεσμούς και την ίδια την υπόσταση της ανοιχτής κοινωνίας. H αρχή της ανεκτικότητας γεννήθηκε στη Δυτική Ευρώπη την εποχή των θρησκευτικών πολέμων του 16ου αιώνα. H ιδέα αυτή, την οποία προέβαλε ο γάλλος φιλόσοφος Montaigne, είχε ακριβώς αυτό το νόημα: να τιθασευθεί ο θρησκευτικός φανατισμός για να διατηρηθεί ο ανθρωπισμός, δηλαδή ο πολιτισμός και η πολιτική ενότητα του κράτους. Αυτά όμως ακριβώς απειλούνται σήμερα στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας. Ζητείται να επιδειχθεί ανοχή για οποιαδήποτε ιδεολογία ή τρόπο ζωής όπου κυριαρχεί ο ιδεολογικός ή ο θρησκευτικός φανατισμός, που ποδοπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα, που δείχνει περιφρόνηση για τις καταστατικές αρχές της δημοκρατίας και της νεωτερικότητας, ενώ συγχρόνως ζητεί ανοιχτά να ανατρέψει την πρώτη και να εξαφανίσει τη δεύτερη.

Pages: 1 2

You may also like...