Γ. Μαρίνος, Δημοσιογραφία και ηθική

Φοβούμαι ότι εδώ στην Ελλάδα, όπου σπάνια υπάρχουν και γίνονται σεβαστές οι διαχωριστικές γραμμές πολύ δύσκολα μπορεί ένας δημοσιογράφος να συμπλέει με την ηθική και την δεοντολογία. Σημασία έχει να προσπαθεί και να έχει προσωπικές κόκκινες γραμμές ηθικής, τις οποίες δεν δέχεται να παραβιάζει. Έστω κι αν έτσι διακινδυνεύει να βρεθεί άνεργος. Όμως μέχρι πού αντέχει η ηθική ακεραιότητά μας σε μια τέτοια δυσμενή εξέλιξη, όταν μάλιστα έχεις και οικογενειακές υποχρεώσεις; Πάντως αν δεν μπορείς να πεις την αλήθεια τουλάχιστον σιώπησε.

Πάντως ο πολύ γνωστός συνάδελφος Θανάσης Καρτερός, ως διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού Σκάι, πριν 24 χρόνια, είχε υποστηρίξει τα εξής:

«Εμείς οι δημοσιογράφοι -είπε- που δίνουμε τον τόνο στο επάγγελμα, δηλαδή εμείς που είμαστε τα επιτελικά στελέχη σε μεγάλα μέσα, μόνο ήθος, ακεραιότητα και εντιμότητα δεν αποπνέουμε. Κάποτε, οι πιο ώριμοι από μας, οι μεγαλύτεροι στην ηλικία και οι μεγαλύτεροι στην ιεραρχία, πρέπει να καταλάβουμε ότι πουλάμε αξιοπιστία. Πρέπει εμείς οι δημοσιογράφοι να περιφρουρήσουμε το βασικό εμπόρευμα, που είναι η αξιοπιστία, γιατί σε λίγο θα μας ρίχνουν αυγά και γιαούρτια στους δρόμους». Δυστυχώς επιβεβαιώθηκε. Στις κάθε είδους πορείες στους δρόμους μας χαρακτηρίζουν αλήτες και πουλημένους. Και το δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα.

Επικαλούμαι τη γνώμη αυτή του Θ. Καρτερού διότι η ηλεκτρονική ενημέρωση, και ιδίως η τηλεοπτική, που έφερε επανάσταση στο χώρο των ΜΜΕ και κατέστησε τον πλανήτη μας ένα μικρό χωριό, όπου όλοι γνωρίζουμε ανά πάσα στιγμή τί συμβαίνει σε κάθε γωνιά του, υπο­νόμευσε ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία των δημοσιογράφων. Η έντυπη δημοσιογραφία βρίσκεται πια στη μειονεκτική θέση να ενημερώνει κατόπιν εορτής, αφού τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις σε πληροφορούν ασταμάτητα για το τι γίνεται. Όμως η τηλεοπτική και ηλεκτρονική δημοσιογραφία είναι και η περισσότερο παραπλανητική και επικίνδυνη. Γιατί, αντίθετα προς ό,τι πιστεύεται, η εικόνα δεν είναι πάντα αψευδής μάρτυς. Αυτό που βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια είναι συχνά αυτό που θέλουν να μας δείξουν οι παραγωγοί των εκπομπών. Εκείνο που τους ενδιαφέρει πια είναι όχι τόσο η πληροφόρηση όσο ο εντυπωσιασμός του θεατή. Και καθώς το τηλεοπτικό μήνυμα είναι εντονότατο και σου επιβάλλεται χωρίς να σου επιτρέπει να σκεφθείς, είναι και το πιο επικίνδυνο όταν πέφτει σε χέρια ανώριμων ή χωρίς ήθος και αντιστάσεις, δημοσιογράφων, που κυνηγούν τη θεαματικότητα, έστω κι αν χρειασθεί ακόμη και να κατασκευάσουν ή να παραποιήσουν ειδήσεις. Πάντως, η αναξιοπιστία που φθάνει τα όρια της απάτης δεν είναι ελληνικό χαρακτηριστικό, αφού έχει αποδειχθεί ότι ενίοτε τηλεοπτικοί σταθμοί πληρώνουν ανθρώπους για να παριστάνουν σκηνές βίας, ή καταφεύγουν αδίστακτα στο φωτομοντάζ. Το ξέρομε πόση δύναμη έχει η εικόνα. «Αφού το είδα με τα μάτια μου στην τηλεόραση» λέει ο απλός θεατής.

Το ότι τα ΜΜΕ, ακόμη και τα πιο έγκυρα διεθνώς, είναι ενίοτε τόσο αδίστακτα, ώστε να φθάνουν να εξαπατούν εσκεμμένα τους αναγνώστες τους, το πρωτοαντιλήφθηκα με συντριβή όταν έγινα ο ίδιος προσωπικά αποδέκτης γραπτής απόδειξης της αναξιοπιστίας τους. Όταν το 1992 το Μακεδονικό είχε συνεγείρει τον πατριωτισμό μας, στο πολύ σοβαρό αγγλικό περιοδικό «Spectator» δημοσιεύθηκε ένα φοβερό άρθρο σε βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων του συνεργάτη του NoelMalcolm. Με τον τίτλο «Ο νέος τραμπούκος των Βαλκανίων» μάς περνούσε σε αυτό γενεές δεκατέσσερις για την αντίστασή μας στο να ονομάζονται τα Σκόπια «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Καθώς το άρθρο περιείχε απίστευτες ανακρίβειες και αυταπόδεικτα ψεύδη, σκέφθηκα να γράψω έναν πολύ συγκρατημένο και τεκμηριωμένο αντίλογο προς τον κ. Malcolmκαι να τον στείλω στο «Spectator», ζητώντας πολύ ευγενικά για λόγους αμεροληψίας να δοθεί η ευχέρεια να πληροφορηθούν οι αναγνώστες του περιοδικού και την alterapars, και κυρίως σε ποια σημεία το άρθρο του κ. Malcolmπεριείχε ανακρίβειες ή παραποιούσε την πραγματικότητα. Η απάντησή μου δεν δημοσιεύθηκε. Και ο εκδότης του περιοδικού αυτού DominicLawson, με επιστολή του μου δήλωνε ότι αρνείται να το δημοσιεύσει διότι δεν τον ενδιαφέρει να ακουσθεί και η άλλη πλευρά. Και κατέληγε: «Θα πρέπει να προσθέσω κατηγορηματικά ότι δεν πιστεύομε στην αρχή της αμεροληψίας εδώ στον «Spectator», ο οποίος είναι περιοδικό μάχης». Το να δηλώνει δημόσια ένα έντυπο ότι δεν επιθυμεί να είναι αμερόληπτο και να γράφει την αλήθεια δεν μου έχει ξανατύχει. Ο «Spectator» ήταν ωμά ειλικρινής και κυνικότατα επιβεβαίωνε ρητά ότι και τα ΜΜΕ δεν ενδιαφέρονται πάντα για την ακριβή ενημέρωση και για την αλήθεια, αλλά για την εξυπηρέτηση των όποιων στόχων τους, ιδεολογικών έως κερδοσκοπικών.

Pages: 1 2 3 4

You may also like...