Στέφανος Ροζάνης, Η Αναβίωση του Μεσαίωνα

Από το ‘Μελέτες για τον Ρομαντισμό’, Πλέθρον, 2001.

dante1Οικοδομώντας την παθολογία της, η γλώσσα του ρομαντισμού αναζήτησε το παρελθόν της, τις γενεσιουργές, δηλαδή, δυνάμεις του ιδεώδους της, στην αλληγορία μιας ερμηνευτικής, που η ιδιαιτερότητά της βρίσκεται στην αναβίωση μιας παράδοσης, την οποία ο Διαφωτισμός είχε εξορίσει διαπαντός από την προοπτική του ανθρώπου. Η ερμηνευτική αυτής της παράδοσης δεν αντιπροσώπευε μόνον την αντίδραση του ρομαντισμού στα σχήματα του ορθολογισμού και της μηχανοκρατίας του δέκατου όγδοου αιώνα, αλλά και συγχρόνως ενετόπιζε τις φυσικές προδρομικές μορφές, μέσα από τις οποίες οι δημιουργοί ανεγνώριζαν τον εαυτό τους ως οργανική συνέπεια και συνέχεια ενός λησμονημένου οραματισμού. Η επιστροφή των ρομαντικών στην εικόνα του PoetaTheologus προϋπέθετε μια τέτοιαν ερμηνευτική, όπως ακόμη προϋπέθετε και τον αυτοκαθορισμό αυτής της εικόνας μέσω της αναζήτησης αυθεντικών πηγών, από τις οποίες να αναβλύζουν οι ρομαντικοί κρουνοί της φαντασίας.

Έτσι, η αναβίωση της γοτθικής παράδοσης, η νοσταλγία του μυστικού Μεσαίωνα και ο ενστερνισμός των κρυφών οραματισμών του, η γλώσσα της Kabbalah και του εβραϊκού υψίστου της Γραφής, καθώς και η αδιάκοπη περιπλάνηση στα σκοτεινά τοπία του αιρετικού Χριστιανισμού, υπήρξαν τα θεμελιωδέστερα συστατικά για την οικοδόμηση της ρομαντικής γλώσσας, αλλά και του ρομαντικού ιδεώδους μιας αδιάσπαστης οργανικής ενότητας φυσικού και υπερβατικού.

Το «πίσω στον Μεσαίωνα» του ρομαντισμού εξυπηρέτησε πιστά το ιδανικό της αυθεντικότητας του οράματος, της επανασύνδεσης με το «χαμένο κέντρο» της ψυχής του κόσμου, προς το οποίο σταθερά υπήρξε προσανατολισμένη η ρομαντική εξέγερση. Από την άποψη αυτή η επιστροφή στον μεσαιωνικό κόσμο δεν απετέλεσε ένα τυχαίο ή μεμονωμένο γεγονός στην ιστορία του ρομαντισμού, αλλά, αντίθετα, μια κοινή νοσταλγία, πού τό ύφος και oι προοπτικές της διαφαίνονται έντονα στην ρομαντική πρακτική, αφού προηγουμένως έχουν ήδη καθορίσει μια γενικότερη στάση ζωής και σκέψης.

Η αναβίωση του Μεσαίωνα υλοποιεί σε μεγάλο βαθμό την αναζήτηση μιας βαθύτερης σύνδεσης του ρομαντισμού με το βιωματικό και συναισθηματικό του υπόβαθρο, από το οποίο αισθάνεται να προκύπτει. Η χριστιανική καταγωγή του ρομαντισμού ανιχνεύεται εδώ από τους ίδιους τους εκφραστές του ως αντίθεση προς τον παγανισμό της αρχαιότητας, που επέβαλε το κλασικό πρότυπο της νεκρής φύσης, της μιμητικής δομής της τέχνης και της στατικότητας της μορφής. Σε αντίθεση, η δυναμική τού Χριστιανισμού, ως έκφραση της σάρκωσης του Θείου μέσα στο ανθρώπινο και κατ’ επέκταση της αποκατάστασης μιας δημιουργικής σχέσης με τη ζωντανή, δηλαδή τη θεοποιημένη, φύση, καθώς επίσης και του προτύπου ενός μαρτυρικού πεπρωμένου της ανθρώπινης ενοχής, αποκαλύπτεται στο μεσαιωνικό όραμα, που διερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να υπηρετεί τη φανέρωση μιας βαθύτατης συγγένειας με το ρομαντικό όνειρο του απείρου, του οργανικού και της αληθινής σχέσης προς τον μύθο.

Την προβληματική αυτή του ρομαντισμού εξέφρασε ο Αύγουστος Βίλχελμ Σλέγκελ σε ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα του έργου του Διαλέξεις για την δραματική Τέχνη και τη Λογοτεχνία. Λέγει εκεί:

Η παλαιά αισθησιακή θρησκεία ανεζήτησε μόνον εξωτερικές, παροδικές ευλογίες• η αθανασία, στον βαθμό που γινόταν πιστευτή, έπαιζε τον ρόλο μιας σκιάς σε μια σκοτεινή απόσταση, ένα ισχνό όνειρο αυτής της λαμπερής ζωντανής ζωής. Στη χριστιανική αντίληψη όλα αυτά αντεστράφησαν: η θεώρηση του απείρου κατέστρεψε το πεπερασμένο• η ζωή έγινε σκιά και σκοτεινιά, και μόνον το πέραν δημιουργεί την αιώνια ήμερα της αυγής του αληθινού όντος. Μια τέτοια θρησκεία πρέπει να ξυπνά το αόριστο προμήνυμα, το όποιο κρυφοκοιμάται σε κάθε ευαίσθητη καρδιά, μέσα σε μια διακεκριμένη συνείδηση, οτι η ευτυχία για την οποία εδώ αγωνιζόμαστε είναι ανέφικτη• ότι κανένα εξωτερικό αντικείμενο δεν μπορεί ολοκληρωτικά να ικανοποιήσει τις ψυχές μας• ότι κάθε ευχαρίστηση είναι μια διαβατική αυταπάτη. Και όταν η ψυχή, αναπαυόμενη κάτω από τις ιτιές της εξορίας, ανασαίνει τη νοσταλγία της για την μακρινή της πατρίδα, τι άλλο παρά μελαγχολία μπορεί να είναι το κλειδί του τραγουδιού της; Έτσι, η ποίηση των αρχαίων ήταν η ποίηση της κατοχής, η δική μας είναι της νοσταλγίας• η πρώτη είναι βαθιά ριζωμένη στο έδαφος του παρόντος, η δεύτερη περιίπταται ανάμεσα στη θύμηση και τη λαχτάρα.

Όχι, λοιπόν, στον αισιόδοξο Χριστιανισμό του κράτους του Θεού πάνω στη γη, αλλά σε έναν αδιέξοδο Μεσαίωνα των αιρετικών πυρών του Χριστιανισμού κρύβεται το ρομαντικό ιδεώδες. Μέσα στην επίγνωση πως ο Χριστιανισμός αυτός είναι το σύνεργο ενός αιωνίου μαρτυρίου της ψυχής, που όμως συνέτριψε το πεπερασμένο διά του απείρου, αφήνοντας την εξορία και τη μοναξιά, τη θλίψη και την ενοχή, ως πολύτιμες παρακαταθήκες του εσωτερικού ανθρώπου, που η ποίηση καλείται να τον εκφράσει από τη θύμηση ενός ιδανικού παρελθόντος και τη λαχτάρα ενός ιδανικού μέλλοντος. Η αρμονία είναι μονάχα η μακρινή νοσταλγία του απραγματοποίητου, που όμως γονιμοποιεί το πραγματικό. Η θειότητα, το διαμελισμένο σώμα του Χριστού μέσα στη φύση, που όμως ζωοποιεί τη φύση. Ένας μυστικός ρεαλισμός προκύπτει από τη σχέση αυτή, που ο ρομαντισμός θα προσπαθήσει να πραγματώσει στην αδιέξοδη, την χωρίς μέλλον αναβίωση του Μεσαίωνα, ως πρωταρχικής έκφρασης της αντιφατικής ουσίας του Χριστιανισμού. Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Νοβάλις αναζητούσε την ολότητα «μέσα στον μεσαιωνικό Χριστιανισμό και την επέκτεινε μέχρι που να αγκαλιάσει όλες τις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης, την παράδοση της κλασικής αρχαιότητας και των πολιτικών θεσμών της εποχής του». Και γι’ αυτό ο Hölderlin έβλεπε «τη φύση ως τον διαμελισμένο Θεό, του οποίου η ενότητα είναι ο Χριστός».

Pages: 1 2 3 4

You may also like...