Denis de Rougemont

O Άμλετ έχει επίγνωση της αποστολής του και της πράξης του: να σκοτώσει το σφετεριστή, για ν’ αποκαταστήσει τη νομιμότητα. Και ο Kierkegaard πιέζεται από την κλήση του, να καταγγείλει το θρησκευτικό σφετερισμό, για ν’ αποκαταστήσει στην πρώτη καθαρότητά της την απόλυτη απαίτηση του Ευαγγελίου. Η προσπάθεια φαίνεται υπεράνθρωπη, και βλέπουμε τους δυο ήρωες να στενάζουν κάτω από το βάρος που επωμίζονται: «Η εποχή έχει παραλύσει, αλλοίμονο, γιατί πρέπει να έχω γεννηθεί για να την διορθώσω!», κραυγάζει ο Αμλετ. Και ο Kierkegaard δεν παύει να επαναλαμβάνει σ’ όλους τους τόνους την ίδια ιδέα: έχει γεννηθεί για να εξαναγκάσει την παραλυμένη εποχή μας ν’ αναγνωρίσει τον απόλυτο χριστιανό και, εάν όχι να υπακούσει σ’ αυτόν, τουλάχιστον να παύσει να λέγεται χριστιανική «φτηνά». Και οι δυο σκέπτονται ότι «υπάρχει κάτι το σάπιο στο βασίλειο της Δανίας» και ότι το πεπρωμένο τους είναι να καταγγείλουν αυτή την κατάσταση, όσο τους είναι δυνατό.

Αφού δόθηκαν οι χαρακτήρες και η αποστολή καθορισμένη από την αρχή του δράματος, ας δούμε τώρα την εξέλιξη της δράσης. Κατ’ αρχήν πρέπει να εξάρουμε το ρόλο που παίζει το μυστικό στις δυο περιπτώσεις. Αυτό, για τον Άμλετ, είναι πολύ απλό: οφείλει να σιωπήσει, διαφορετικά ο Claudius χωρίς κανένα δισταγμό θα τον σκοτώσει. Για τον Kierkegaard, αυτό θα είναι πιο πολύπλοκο. Εάν περνούσε άμεσα στην επίθεση, κανένας δεν θα τον άκουε. Πρέπει λοιπόν ν’ αρχίσει από την προσέλκυση του κοινού, να το αναγκάσει να γίνει προσεκτικό, χωρίς ωστόσο ν’ αποσπάσει την προσοχή από το έργο του. Ο Kierkegaard καταστρώνει τα σχέδιά του με συνέπεια. Κατ’ αρχή, δημοσιεύει έργα αισθητικά, στιλπνά, παράδοξα, εμφανώς κυνικά, και όλα υπό ποικίλα ψευδώνυμα. Το χριστιανικό άγγελμα που μόνο τον ενδιαφέρει θα του είναι πάντοτε παρόν, αλλά επιμελώς συγκαλυμμένο. Με τρόπο εύστοχο θα προσελκύσει το κοινό και θα το οδηγήσει εν αγνοία του στο πιο ευνοϊκό σημείο για την αποφασιστική επίθεση. Αλλά και ο Άμλετ ένα ανάλογο σχέδιο καταστρώνει. Επινοεί να παίξουν στη βασιλική αυλή μια παντομίμα η οποία να παριστάνει τη δολοφονία του πατέρα του και το σφετερισμό του θρόνου. «Αυτή η παράσταση, λέγει, θα είναι το μέσο με το οποίο θα συλλάβω επ’ αυτοφώρω τη συνείδηση του βασιλιά». Και οι δύο λοιπόν εκλέγουν έμμεσους τρόπους —ο Άμλετ κωμικούς, ο Kierkegaard ψευδώνυμα— για να διεγείρουν ενδιαφέρον προκαλώντας ανησυχία στο κοινό αίσθημα, για να υποβάλουν το μυστικό χωρίς να το λέγουν, για ν’ αναγκάσουν το κοινό ή την αυλή «να γίνουν προσεκτικοί» ακούσια. (Mundus vult decipi: ο κόσμος θέλει να απατάται, βεβαιώνει ο Kierkegaard κατ’ επανάληψη). Αλλά σ’ αυτό το παιχνίδι κινδυνεύουν πολύ, κινδυνεύουν να προκαλέσουν τις χειρότερες επικρίσεις. Διακινδυνεύουν προσέτι την ευτυχία τους. Εδώ ο παραλληλισμός φαίνεται τέλειος.

Η ευτυχία, η πλήρης συμμετοχή στη ζωή, το σήμα της συναίνεσης στην ανθρώπινη κοινή συνθήκη, αυτά, στα μάτια τους είναι η γυναίκα, η αγάπη, ο γάμος. Και οι δύο λοιπόν φαίνονται αναγκασμένοι να παραιτηθούν από αυτά, εξ αιτίας της αποστολής των, του μυστικού των, ίσως και εξ αιτίας της βαθειάς μελαγχολικής των φύσης, και πάνω σ’ αυτό το τελευταίο σημείο η αμφιβολία μένει η ίδια και στις δυο περιπτώσεις. Ο Kierkegaard ερμηνεύεται πάνω στη διάλυση των αρραβώνων του με τη Ρεγγίνα, ερμηνεύεται, μπορούμε να πούμε, σ’ όλο το έργο του, και όχι μόνο σ’ έργα όπως το Ένοχος – οχι ένοχος, όπου είναι πράγματι η κάπως μεταμφιεσμένη αφήγηση των αρραβώνων του και η ατέρμων ανάλυση των κινήτρων της διάλυσης. Ο Shakespeare αντίθετα δεν αιτιολογεί σχεδόν τη στάση του Άμλετ απέναντι στην Οφηλία. Εδώ το ζωντανό παράδειγμα του Kierkegaard μας βοηθάει να κατανοήσουμε τον Άμλετ. Ο Kierkegaard αγαπά τη Regine Olsen, νεανίδα δεκαεπτά ετών και αγαπιέται από αυτή, αλλά έχει το αμφίβολο μυστικό του, το μυστικό της κλήσης του και εκείνο της μελαγχολίας του. Καταλαβαίνει λοιπόν ότι το μυστικό θα είναι πολύ βαρύ για τη νεαρά κόρη. Απλοϊκή και αυθόρμητη καθώς ήταν θα προσπαθήσει αυτή, εάν της το αποκάλυπτε, να επαναφέρει το μνηστήρα της σε μια άποψη της ύπαρξης και της θρησκείας περισσότερο αστική, θα υπονόμευε το θάρρος του, θα καταπίεζε την απόφασή του και θα γινόταν το χειρότερο εσωτερικό εμπόδιο στην εξωτερίκευση της κλήσης του. Μπορεί κανείς να νυμφευθεί όταν τον θέλουν να είναι μάρτυρας της αλήθειας; Ένας στρατιώτης στο μέτωπο πρέπει να νυμφευθεί; διερωτάται ο Kierkegaard, και μάλιστα όταν μάχεται, όπως αυτός, στις προφυλακές, στα μέτωπα του πνεύματος; Από το άλλο μέρος, διστάζει να μυήσει τη μνηστή του στη «δουλειά της μελαγχολίας»: δεν αισθάνεται το δικαίωμα να ταράξει αυτό το παιδί, να το παρασύρει στα βάσανα στα οποία ο ίδιος κινδυνεύει κάποτε να υποκύψει. «Ποιος μπορεί να κατανοήσει, γράφει, αυτή την αντίφαση του πόνου: να μην μπορεί να αποκαλυφθεί και να σκοτώσει την αγάπη, ν’ αποκαλυφθεί και να σκοτώσει την αγαπημένη;» Εάν εκλέξει να είναι το θύμα, μια μόνη διέξοδος του μένει ανοιχτή: να διακόψει με τη νεαρά κόρη που αγαπά, αλλά χωρίς να την αφήσει να υποψιαστεί προς στιγμή τη φύση του διπλού μυστικού του, και προς τούτο να πιστεύσει η μνηστή του ότι δεν την αγαπά πιά. Γνωρίζουμε την κωμωδία την οποία ο Kierkegaard αποφάσισε να παίξει απέναντι στη Ρεγγίνα. Εμφανίζεται στα μάτια της σαν κακοήθης, κυνικός διαφθορέας, ο οποίος έχει ίσως μεγάλα μειονεκτήματα συνείδησης και ο οποίος αποποιείται το γάμο για ν’ απολαύσει καλύτερα τη ζωή του ως εργένης. Λέει λέξεις σκληρές κατά το χωρισμό τους: «Αυτή με ρώτησε: δεν θέλεις λοιπόν να σε παντρευτώ; Απάντηση: ναι, σε δέκα χρόνια, όταν η φλόγα της νιότης θα έχει σβήσει: τότε θα χρειασθώ μια δεσποινίδα με δροσερό αίμα για να με ανανεάζει». Και ο Kierkegaard αρχίζοντας αυτή τη συζήτηση προσθέτει: «σκληρότητα αναγκαία!» Την εγκαταλείπει με ψυχρή προσποίηση, κατόπιν σπεύδει στο θέατρο, και, όταν συνήλθε, κλαίει όλη τη νύχτα. «Αλλά την επόμενη ημέρα», γράφει: «ήμουν ως συνήθως, και προσέτι πιο σπινθηροβόλος στο πνεύμα όσο ποτέ άλλοτε: αυτό ήταν αναγκαίο».

Pages: 1 2 3 4

You may also like...