Arthur Koestler, Το Ψευτοδίλημμα

Από το «Τέχνη, Επιστήμη και Ελευθερία», έκδοση του ‘Συνεδρίου δια την πνευματική ελευθερία’, Αθήνα, 1955.

koestler2Η αντινομία: δεξιά ή αριστερά, σοσιαλισμός ή καπιταλισμός, έχει χάσει σήμερα κατά πολύ την έννοιά της. Όσον καιρό η Ευρώπη θα μένει προσκολλημένη σ’ αυτό το ψεύτικο δίλημμα, που παρεμποδίζει κάθε σαφή σκέψη, είναι αδύνατη η δημιουργική λύση των προβλημάτων της εποχής μας.

Η καταγωγή του όρου «πολιτική αριστερά» ανάγεται στην κατανομή των πολιτικών ομάδων στη γαλλική εθνοσυνέλευση ύστερα από την επανάσταση. Ο όρος διαδόθηκε έπειτα γρήγορα σε όλη την ήπειρο και χρησίμευσε για τον χαρακτηρισμό της πτέρυγας εκείνης των νομοθετικών σωμάτων που ευρίσκετο αριστερά της έδρας του προέδρου και ακολουθούσε κατά παράδοση φιλελεύθερες και δημοκρατικές τάσεις. Στην επόμενη φάση ο όρος χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά και για όλα τα ριζοσπαστικά και εξτρεμιστικά ρεύματα των ιδεολογικών σχολών ή κινημάτων. Από τότε η έκφραση αυτή χρησιμοποιήθηκε με μια έννοια που εγίνετο κατά το μάλλον και μάλλον συγκεχυμένη και μεταφυσική και όσο περισσότερο έχανε κάθε συγκεκριμένη σημασία τόσο πιο ισχυρή καθίστατο ψυχολογικά η ελκτική της δύναμη. Έτσι πριν απ’ τον πόλεμο υφίστατο μέσα στο γαλλικό κοινοβούλιο μισή δωδεκάδα κομμάτων που είχαν στην επωνυμία τους τη λέξη «αριστερός» (κόμμα αριστερό ριζοσπαστικό, αριστερό ριζοσπαστικό και ανεξάρτητο, αριστερό δημοκρατικό και ριζοσπαστικό, κλπ) και που όλα χωρίς εξαίρεση ήταν συντηρητικές πολιτικές ομάδες. Μέχρι των ήμερων μου οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλδημοκράτες αυτοχαρακτηρίζονταν ως «μετριοπαθής αριστερά». Αν είχαμε τη συνήθεια να παίρναμε στα σοβαρά τις λέξεις, όλα αυτά θα σήμαιναν ότι τα κόμματα αυτά διακρίνονται από τους γείτονες των της «άκρας αριστεράς» μόνο ως προς τις υποχρεώσεις όχι όμως και ως προς την ουσία. Και η άκρα αριστερά στολίζει τον εαυτό της αυτάρεσκα με τον τιμητικό αυτό τίτλο, αν και σχεδόν κάθε σημείο του προγράμματος της βρίσκεται σε αντίθεση προς τις αρχές εκείνες που πρώτα ήταν συνυφασμένες με την ιστορική αριστερά.

Πρέπει κανείς να λάβει υπ’ όψιν τη δύναμη που ασκεί η λέξη πάνω στο πνεύμα. Η σημασιολογία κάνει αυστηρή διάκριση ανάμεσα στη χρήση των λέξεων ως εννοιολογικών συμβόλων και τη χρήση ως εξορκιστικών σημάτων φορτωμένων με συναισθηματική δύναμη. Όταν έχει κανείς υπ’ όψιν του τη μοίρα λέξεων όπως «η αριστερά», «ειρήνη», «ελευθερία» ή «δημοκρατία», δηλαδή λέξεων που δεν έχουν μια γενικώς ισχύουσα έννοια και εν τούτοις επηρεάζουν ισχυρότατα τα συναισθήματα, μπορεί δικαιολογημένα να υποθέσει ότι εδώ δρα κάποιος νόμος σύμφωνα με τον όποιο, στη σφαίρα της πολιτικής, οι λέξεις γίνονται τόσο πιο ισχυρές όσο περισσότερο έχουν χάσει την έννοια τους. Ακριβώς όπως στη ραδιενέργεια το φαινόμενο της διάσπασης συνοδεύεται από τη μεταβολή της μάζας σε ενέργεια, έτσι και στην πολιτική ψυχολογία φαίνεται ότι η εννοιολογική ουσία των λέξεων μεταβάλλεται σε ακτινοβόλο ενέργεια εξαιρετικά βλαβερής μορφής. Και υπό ορισμένες συνθήκες το φαινόμενο αυτό παίρνει αναγκαστικά τη μορφή μιας αιφνίδιας έκρηξης.

Εν συντομία, ο όρος «η αριστερά» απέβη σήμερα ένας βλαβερός αναχρονισμός, ο οποίος οδηγεί παραπλανητικά στο ψεύτικο συμπέρασμα ότι ανάμεσα στη μετριοπαθή και την άκρα αριστερά υπάρχει ένα συνεχόμενο φάσμα, δηλαδή μια πνευματική συγγένεια ανάμεσα στους προοδευτικούς φιλελευθέρους και τους λάτρεις της τυραννίας και της τρομοκρατίας. Η παθητική αποδοχή της παραπλανητικής αυτής ορολογίας παρέχει τη δυνατότητα στις δυνάμεις της αντίδρασης να επιτυγχάνουν τη συνταύτιση κάθε θετικής σκέψης με την κομμουνιστική ανατρεπτική ιδεολογία. Και ακόμη περισσότερο: τόσο μεγάλη είναι η δύναμη της λέξης πάνω στο πνεύμα, ώστε εκείνος που είναι συνηθισμένος να θεωρεί τον εαυτό του ως «άνθρωπο της αριστεράς» παραστρατεί από μια απατηλή φραστική συνταύτιση σ’ ένα ψυχολογικά πραγματικό συναίσθημα αλληλεγγύης, Το συναίσθημα αυτό μπορεί απέναντι στο αντικείμενο του — τους γείτονες της «άκρας αριστεράς» — να εκδηλώνεται με κριτική, πολεμική ή και εχθρική ακόμη μορφή, αλλά διατηρεί πάντα ένα υπόλειμμα από το συναίσθημα της συγγένειας, από την πεποίθηση της κοινής ιστορικής καταγωγής, της τοποθέτησης στο ίδιο χαράκωμα. Κατ’ αυτό τον τρόπο το θύμα του διωγμού των μαγισσών παραδίδεται μόνο του χωρίς να το αντιλαμβάνεται στα χέρια των διωκτών του, προμηθεύει στους διώκτες του τα όπλα και στήνει στον εαυτό του τον ίδιο μια συναισθηματική παγίδα, που παραλύει την άμυνα του και καθιστά αδύνατη την επίθεση.

Pages: 1 2 3 4 5

You may also like...