Τάκης Λαμπρίας, Μεταξύ των πολέμων

Από «Η ΕΥΡΩΠΗ ΦΑΝΤΑΣΜΑ», εκδ. ΠΟΤΑΜΟΣ, Αθήνα 2000

klee3Ηγέτες χωρίς ενοχές

Θα ήταν άδικο για τη νεότερη γενιά να συνδέσει κανείς την έλλειψη της πολεμικής της πείρας με την αναλγησία. Δεν σπανίζουν άλλωστε και οι ακριβώς αντίθετες περιπτώσεις: βετεράνοι του πολέμου, π.χ από το Βιετνάμ, βαριά τραυματισμένοι, σωματικά και ψυχικά, ν’ αγανακτούν με την ειρήνη και να εύχονται πάλι την προσφυγή στα όπλα. Στην Αλαζονεία της Δύναμης, το απομυθοποιητικό για την εποχή και τη χώρα του βιβλίο, ο Αμερικανός γερουσιαστής Φουλμπράιτ τόνιζε ότι «οι αιτίες και οι συνέπειες ενός πόλεμου έχουν ασφαλώς να κάνουν περισσότερο με την παθολογία παρά με την πολιτική• περισσότερο με το παράλογο κυνηγητό δόξας και οδύνης, παρά με την ορθολογική επιδίωξη πλεονεκτημάτων και κερδών». Απηχούσε και την άποψη του Βρετανού Άλντους Χάξλεϋ για την ομαδική εγωτική παράνοια:

Μια οργανωμένη ανθρωποσφαγή είναι το προϊόν επιχειρημάτων σε τέτοια ερωτήματα: Ποιο είναι το καλύτερο έθνος; Η καλύτερη θρησκεία; Η καλύτερη πολιτική θεωρία; Η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης; Γιατί είναι οι άλλοι λαοί τόσο κουτοί και τόσο κακοί; Γιατί δεν μπορούν να παραδεχθούν πόσο καλοί και ευφυείς είμαστε εμείς; Γιατί αντιστέκονται στις καλοπροαίρετες προσπάθειές μας να τους θέσουμε υπό τον έλεγχό μας και να τους κάνουμε όμοιους μ’ εμάς;

Υποβόσκουν σήμερα παρόμοια ερωτήματα, με θολότερη διατύπωση, στις θεωρίες για τη θεμιτή προσφυγή στο τρομερό οπλοστάσιο της εποχής μας προκειμένου να ευοδωθούν ανθρωπιστικές επεμβάσεις. Η λέξη πόλεμος λείπει από το λεξιλόγιο των ζηλωτών. Μοιάζει όμως να λείπει και η αίσθηση της μεγάλης ευθύνης, που θα ήταν ασφαλώς εντονότερη αν οι αποφασίζοντες κουβαλούσαν τις ενοχές της προηγούμενης γενεάς. Και σ’ αυτό ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος.

Φορτωμένη βαρύτατες ενοχές, δίκαια ή άδικα, η απερχόμενη γενεά των ηγετών μπόρεσε να καυχηθεί ότι, κι αν ακόμη δεν κατάφερε όσα οραματιζόταν για την Ευρώπη, της πρόσφερε τη μεγαλύτερη περίοδο ειρήνης στην Ιστορία της. Παρατήρησε σωστά ένας Γάλλος στοχαστής, ο Εμμανουέλ Μπερλ, ότι «στο τέλος του Πρώτου Πολέμου όλος ο κόσμος αισθανόταν αθώος• στο τέλος του Δεύτερου όλος ο κόσμος αισθανόταν ένοχος». Ο κίνδυνος έγκειται στο ότι στο τέλος αυτού του φοβερού αιώνα όλοι αισθάνονται πάλι αθώοι. Δεν αναλογίζονται ότι η αθωότητα του 1918 οδήγησε στην έκρηξη ενός νέου και φρικτότερου Παγκόσμιου Πολέμου είκοσι μόλις χρόνια αργότερα.

Δεν μπορεί να κατηγορηθεί για αδιαφορία και αναλγησία η νεότερη γενιά στην Ελλάδα. Στο δράμα της Γιουγκοσλαβίας έδειξε περισσότερη ευαισθησία, εγρήγορση, αποτροπιασμό ή αγανάκτηση από όση σημειώθηκε σε άλλες, αυτοϊκανοποιημένες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Διακρίθηκαν ιδίως οι Έλληνες δημοσιογράφοι -παρ’ ότι μερικοί «ψύχραιμοι παρατηρητές» εκνευρίστηκαν από τον ζήλο των επαγγελματιών της ενημέρωσης και τη συγκινησιακή μέθεξή τους στα διαδραματιζόμενα. Στο ερώτημα όμως «Ποιος φταίει;» ή «Τι φταίει;» νεότεροι και παλαιότεροι συμπίπτουν στην ποικιλία των απαντήσεων με κοινό παρονομαστή την απογοήτευσή τους για την έλλειψη ηγετών στο ύψος των περιστάσεων.

Χαρακτηριστικά, σε πρόσφατο άρθρο της, η Πατρίτσια Αδαμοπούλου στηλιτεύει εύλογα και αυστηρά τη σημερινή ηγεσία της Ευρώπης.

[Τον Δεκεμβριο ωστόσο ο Σρέντερ κέρδισε θριαμβευτικά, με μια στροφή 180 μοιρών της κοινωνικο-δημοσιονομικής πολιτικής του, τις εσωκομματικές εκλογές. Όπως σημειώνει η Ζέζα Ζήκου (στην Καθημερινή, 5 Δεκεμβρίου 1999) προηγήθηκε μια «εφιαλτική εβδομάδα για το ευρώ, που προκάλεσε βαθιά κι αγιάτρευτα τραύματα». Είχε φθάσει να κατρακυλήσει στα 99,90 σεντς έχοντας χάσει το 16% της αξίας του έναντι του δολλαρίου (από τις 4 Ιανουαρίου που ξεκίνησε στο ύψος των 1.1906 σεντς) και το 25% έναντι του γιεν! Παρατηρεί μετά μια εβδομάδα η ίδια αναλύτρια στη στήλη της: «Όταν οι δαίμονες των κόκκινων πολιτικών του αντιπάλων άρχισαν να περικυκλώνουν το Βερολίνο και όταν τα φαινόμενα των λύκων με το προσωπείο της αγοράς είχαν κάνει τη θεαματική εμφάνισή τους, ο Σρέντερ έδρασε. […] η παρέμβασή του να διασωθεί η Phillip Holzmann με πακέτο σωτηρίας 4,3 δις. μάρκων, που απέδωσε καρπούς αποτρέποντας τη μεγαλύτερη χρεωκοπία των τελευταίων ετών στη Γερμανία, ήταν για τον ίδιο πράξη κομματικής σωτηρίας. […] Ωστόσο η επιτυχής προσπάθειά του να αποποιηθεί την ετικέτα των αγορών και να περιβληθεί τον ρόλο του εκφραστή της κοινωνικής συνείδησης μπορεί να αποδείχθηκε ισχυρή πολιτική και κομματική ένεση για τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, αλλά τίποτε παραπάνω…» Γενικεύει με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις, ο έγκυρος οικονομικός σχολιαστής Νίκος Νικολάου. Σε άρθρο του με τίτλο «Η υποκρισία των αγορών» (Το Βήμα, 12 Δεκεμβρίου 1999) τονίζει: «Η πικρή αλήθεια όμως είναι ότι ο κρατικός παρεμβατισμός δεν έχει ξοφλήσει αλλά αντίθετα παραμένει σκληρός και ενίοτε στυγνός, στην υπηρεσία όμως πάντοτε των μεγάλων συμφερόντων[…] Δικαιολογία αυτήν τη φορά [για την απόφαση του Σρέντερ υπέρ της γερμανικής κατασκευαστικής εταιρείας] ήταν η διάσωση χιλιάδων θέσεων εργασίας αλλά το ερώτημα είναι γιατί δεν υπήρξαν αντίστοιχες πολιτικές όταν έκλειναν χιλιάδες επιχειρήσεις και ο δείκτης της ανεργίας ανέβαινε πάνω από το 12% στη Γερμανία. Η απόφαση αυτή του κ. Σρέντερ προκάλεσε την μήνιν των φιλελευθέρων της Βρετανίας και ο κ. Μπλαιρ δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του, ενώ οι Financial Times γκρίνιαζαν για ημέρες ισχυριζόμενοι ότι η Ευρώπη έπαυσε πια να είναι ελεύθερη αγορά και τα ξένα κεφάλαια απογοητευμένα φεύγουν για επενδύσεις στις ΗΠΑ».]

Pages: 1 2

You may also like...