Simone de Beauvoir, Η δύναμη της ηλικίας

La force d l’age, Gallimard, 1960. Μετφρ. Βάσω Μέντζου, από το «Σελίδες για την Ελλάδα του 20ου αιώνα», εκδ. Ολκός, Αθήνα, 1995.

simon1Είχαμε σχεδιάσει από καιρό εκείνο το ταξίδι στην Ελλάδα· σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες, ακόμα και αν δεν ακολουθούσαμε τη μόδα, μας έσπρωχναν έτσι κι αλλιώς οι συνθήκες- πολλοί διανοούμενοι, με πενιχρά οικονομικά, κατάφερναν να επισκεφθούν με λίγα χρήματα εκείνη τη μακρινή αλλά με χαμηλό συνάλλαγμα χώρα. Η Ζεζέ είχε πάει την προηγούμενη χρονιά· είχε αρπάξει ελονοσία, αλλά ήταν γεμάτη ενθουσιασμό και μας είχε δώσει πολύτιμες πληροφορίες. Ο Μποστ φλεγόταν από την επιθυμία να μας συνοδέψει και είχαμε συμφωνήσει ότι θα ερχόταν μαζί μας για δυο-τρεις εβδομάδες.

Συνάντησα τον Σαρτρ και τον Μποστ στον σιδηροδρομικό σταθμό και πήγαμε για τρόφιμα. Τα εισιτήρια καταστρώματος που είχαμε πάρει ήταν μόνο για το ταξίδι, δεν δικαιούμαστε φαγητό· χάρη στην οικονομία αυτή, είχαμε την τσέπη γεμάτη και στα πλούσια αλλαντοπωλεία της οδού Παραδείσου σηκώσαμε ό,τι τραβούσε η όρεξη μας: είχα τη μεθυστική εντύπωση ότι λεηλατούσαμε, όχι ότι ψωνίζαμε. Επιβιβαστήκαμε στο Κάιρο Σίτν και παρατηρήσαμε ότι, ανάμεσα στους επιβάτες του καταστρώματος, είχε γίνει αυθόρμητα ένας διαχωρισμός: οι φτωχοί μετανάστες που επέστρεφαν στη χώρα στριμώχνονταν στο μπροστινό μέρος, με τους μπόγους τους- οι ελάχιστοι τουρίστες κάθονταν αναπαυτικά στο πίσω μέρος. Πιάσαμε μερικές σαιζ-λονγκ, τοποθετήσαμε τους σάκους μας, τις κουβέρτες μας —δεν είχαμε ούτε καν υπνόσακους— και ένα καμινέτο που είχε φέρει ο Μποστ, ο τεχνικός της εκστρατείας. Δυο ζευγάρια, καμιά τριανταριά χρονώ, έστησαν άλλη κατασκήνωση· είχαμε συναντήσει στο Μονπαρνάς μια από τις γυναίκες, μια ξύπνια μελαχρινή με κοντούς μηρούς, και τον άντρα της, ψηλό, ξανθό, ηλιοκαμένο, όμορφο, που τον βαφτίσαμε «ο συμπαθητικός ψηλός» · η πλάτη του ήταν ήδη πολύ ξεφλουδισμένη από τον ήλιο και εκείνη άλειφε τα εγκαύματα του με κρέμα. Στις έξι το πρωί, όταν οι ναύτες έπλεναν το κατάστρωμα με το λάστιχο, χοροπηδούσαν με τα μαγιώ τους, κάτω από πίδακες παγωμένου νερού. Φαίνονταν πανευτυχείς.

Το ίδιο κι εμείς. Το καμινέτο του Μποστ ξεχαρβαλώθηκε αμέσως. Αλλά οι μάγειρες μας άφηναν να ζεσταίνουμε στους φούρνους τους τις κονσέρβες μας από ξινολάχανο και κασουλέ. Μας έδιναν σταφύλια και ροδάκινα. Τρώγαμε, κοιμόμαστε, διαβάζαμε, μιλούσαμε. Καθώς με νανούριζε το κούνημα του πλοίου και με ζάλιζε ο ήλιος, είχα στην ψυχή ένα ευχάριστο κενό. Ξανάδα το στενό της Μεσσήνης και, τη νύχτα, το Στρόμπολι ξέρασε φωτιά. Ο χρόνος και το πλοίο γλίστρησαν απαλά ώς τον Ισθμό της Κορίνθου. Ως τον Πειραιά. Μέσα από έναν δρόμο γεμάτο λακκούβες, ένα ταξί μας πήγε στην Αθήνα.

Από το 1936 ο Μεταξάς ήταν δικτάτορας. Κάθε τόσο έβλεπες να παρελαύνουν στις πλατείες στρατιώτες με φουστανέλα· ωστόσο η Αθήνα δεν έμοιαζε με πρωτεύουσα στρατιωτικού κράτους· ήταν ακατάστατη, σκυθρωπή και εξαιρετικά εξαθλιωμένη. Με την πρώτη ματιά, γοητεύτηκα από τους πολυάνθρωπους δρόμους που ξετυλίγονται γύρω από την Ακρόπολη: ρόδινα ή γαλάζια σπιτάκια, πολύ χαμηλά, με ταράτσες και εξωτερικές σκάλες• μια μέρα, καθώς περνούσαμε, μερικά παιδιά μάς πήραν με τις πέτρες: «Για κοίτα! δεν χωνεύουν καθόλου τους ξένους», σκεφτήκαμε με απάθεια. Αργότερα, διασχίζοντας μια φτωχή χώρα, διαισθάνθηκα το μίσος και με πλήγωσε βαθιά. Όμως στη δεκαετία του τριάντα, ενώ εξοργιζόμαστε με την αδικία του κόσμου, προπαντός όταν ταξιδεύαμε και η γραφικότητα μας παραπλανούσε, την παίρναμε συχνά για φυσικό δεδομένο. Απέναντι στις πέτρες των παιδιών στην Ελλάδα, χρησιμοποιήσαμε τη συνηθισμένη μας υπεκφυγή: οι τουρίστες που είχε για στόχο η οργή τους δεν είμαστε στ’ αλήθεια εμείς. Δεν αναγνωρίζαμε ποτέ για δική μας την κατάσταση που μας επέβαλλαν αντικειμενικά οι συνθήκες. Με την απερισκεψία και με την έλλειψη ειλικρίνειας, αμυνόμαστε απέναντι στις πραγματικότητες που κινδύνευαν να δηλητηριάσουν τις διακοπές μας. Ωστόσο νιώσαμε κάποια δυσφορία σε μερικές γειτονιές του Πειραιά, γεμάτες εύθυμα βαμμένες αλλά τρομαχτικά φτωχές παράγκες. Οι άνθρωποι που ήταν κλεισμένοι σ’ εκείνες τις περιοχές δεν ένιωθαν άνετα μέσα στη βρωμιά της πόλης τους όπως οι Ναπολιτάνοι στη Νεάπολη: ήταν κάτι σαν τσιγγάνοι, μετανάστες, μέτοικοι, ναυάγια της ζωής, υπάνθρωποι. Ρακένδυτοι, πεινασμένοι, βρωμεροί, δεν είχαν ούτε την ευγένεια ούτε την ευθυμία των Ιταλών. Μερμηγκιές οι ζητιάνοι, έδειχναν με κακία τις πληγές τους. Υπήρχαν πάρα πολλά ανάπηρα παιδιά, δύσμορφα, τυφλά, ακρωτηριασμένα. Στην προκυμαία του Πειραιά είδα έναν υδροκέφαλο μπόμπιρα που αντί για κεφάλι είχε ένα τερατώδες εξόγκωμα, όπου μόλις διαγραφόταν ένα πρόσωπο. Στο σύνολο τους, ακόμα και οι μικροαστοί, οι εύποροι αστοί, όλοι οι Αθηναίοι ήταν θλιβεροί. Στα υπαίθρια καφενεία, συναντούσες μόνο άντρες, κάπως κορδωμένους, ντυμένους με σκούρα ρούχα, που δεν μιλούσαν, μόνο έπαιζαν με ύφος σκυθρωπό τα κεχριμπαρένια κομπολόγια τους. Όταν ζητούσες από κανέναν έμπορο κάτι που δεν το είχε, μια εφημερίδα που δεν είχε έρθει ακόμα, το πρόσωπο του έπαιρνε έκφραση περιφρόνησης και κατάπληξης  κουνούσε το κεφάλι, με μια κίνηση που στη Γαλλία σημαίνει ναι, και που καθρέφτιζε όλη τη δυστυχία του κόσμου.

Pages: 1 2 3 4 5

You may also like...