Le Corbusier, Κείμενα για την Ελλάδα

Από το Le Corbusier, Κείμενα για την Ελλάδα, μετάφρ. Λήδα Παλλαντιου, επιμέλεια Γ. Σημαιοφορίδης, Άγρα, 1987.

corbusier1ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Μέσα στην ακτινοβολία του απογεύματος, ξεπροβάλλει η πυραμίδα του Άθω! Σαν αυθεντικό ομοίωμα, ορθώνεται για πολλές ώρες, ενώ, με μια μεγέθυνση που ξαφνικά επισπεύδεται, μας εξουσιάζει με το ύψος των δυο χιλιάδων μέτρων της!

Κάποιοι ταλαίπωροι προσκυνητές, που αντιστέκονται περισσότερο από εμάς στην προοδευτική πίεση της εικόνας, τηρούν στο σύνολο τους μια ακτινοβόλα ή αγωνιώδη σιγή· σιγή που, όταν οι έλικες αναστέλλουν τη δράση τους, προσδίδει, στις σύντομες διαταγές, που ξεκινούν από τη γέφυρα, επισημότητα βουλεύματος. Το τρίξιμο των αλυσίδων, οι άγκυρες που ποντίζονται, η ακινησία…

Η έμμονη ιδέα του συμβόλου βρίσκεται αποτυπωμένη μέσα μου, περιγραμμένη στο αντίκρισμα μερικών λέξεων μιας εκφραστικής φόρμουλας του λόγου. Αιτία της είναι η έφεση: το καθεστώς της πέτρας και της ξυλωσιάς, των όγκων, του πλήρους και του κενού, με έκανε να κατανοήσω, ίσως σε πολύ γενικές γραμμές, το κάθετο και το οριζόντιο, την έννοια του μήκους, του βάθους και του ύψους. Και επίσης να θεωρήσω αυτά τα στοιχεία, αυτές τις λέξεις μάλιστα, ως περιέχουσες άπειρες σημασίες, που θά ‘ταν ανώφελο να αποσυνθέσει κανείς, εφόσον η λέξη αυτή καθ’ εαυτήν, με την απόλυτη και ισχυρή ενότητα της, τις εκφράζει όλες. Προχωρώντας, συνέλαβα το εναποτεθειμένο σε στιβάδες χρώμα ως εντυπώσεις κίτρινες, κόκκινες ή μπλε, βιολετιές ή πράσινες, ενώ έμεινα κάπως αδιάφορος για τις λεπτομέρειες των συνδυασμών, όπως και για την ήρεμη μετάβαση των γραμμών από την κάθετη στην οριζόντια – εκτός από την κλίση της διχοτόμου. Ας δώσει ο ρυθμός τον τόνο σ’ αυτούς τους μεγάλους εκφραστικούς όρους! Θα αφήσω να εκφυλιστεί η παιδεία μου -που τόσο γνοιάζεται για τις λεπτομέρειες, ακολουθώντας τη σχολή κάποιου δασκάλου. Η θεώρηση του Παρθενώνα ως όγκου -κιόνων και επιστυλίων- θα καλύψει τις επιθυμίες μου όπως η ίδια η θάλασσα, μόνο και μόνο ως λέξη· όπως αυτές καθ’ εαυτές οι Άλπεις, σύμβολο ύψους, βαράθρων και χάους, ή ο καθεδρικός ναός, θα είναι θεάματα επαρκή για να απορροφήσουν τις δυνάμεις μου. Έτσι, αυτή η κατοικία, με τα πολλαπλά της χωρίσματα, θα υπενθυμίσει πόσο δυσάρεστο είναι να σκοντάψεις σε ένα βότσαλο που έπεσε από το λιθοκόπο και, μολονότι θαυμαστής του Claude Monet, θα εκμανώ και θα χαιρετίσω τον Matisse. Ολάκερη η Ανατολή μου φάνηκε σφυρηλατημένη με πλήθος συμβόλων. Αναφέρω χαρακτηριστικά το κίτρινο όραμα ενός ουρανού, αν και τόσο συχνά συμβαίνει να είναι γαλάζιος· το καφετί όραμα της γης και τη μοναδική ανάμνηση των πέτρινων ναών και των κατοικιών των ανθρώπων, από αχυρολάσπη ή ξύλο. Με το ίδιο σκεπτικό θα έκρινα ως παραλογισμό την αναζήτηση ενός αγγείου με διαφορετικό σχήμα από εκείνο που δημιουργήθηκε ανά τους αιώνες και κάτω από όλα τα γεωμετρικά πλάτη. Και θα μου άρεσαν οι γεωμετρικές σχέσεις, το τετράγωνο, ο κύκλος, και οι αναλογίες μιας σχέσης απλής και εκ των προτέρων χαρακτηρισμένης.

Άλλωστε μήπως, για το χειρισμό αυτών των απλών και αιώνιων δυνάμεων, δεν έχω μπροστά μου τη δουλειά μιας ζωής και την ίδια τη σιγουριά ότι δεν θα φτάσω ποτέ σε μιαν αναλογία, σε μια ενότητα, σε ένα φως, αντάξια έστω και του πιο μηδαμινού επαρχιακού χαμόσπιτου, χτισμένου σύμφωνα με τους ανεκτίμητους νόμους μιας αιωνόβιας παράδοσης;

Έτσι, το φεγγοβόλο βράδυ που ακολούθησε την αποβίβαση μας στη Δάφνη, γεύτηκα έντονα το λοξό ανηφόρισμα των μουλαριών μας, που, στην υπομονετική πορεία τους πάνω στην πλαγιά του πελώριου βουνού, συνέδεαν τη θάλασσα και την κορυφή, πέρα από την οποία, ακόμα πιο απέραντη, θα μας φανερωνόταν ξανά η θάλασσα. Επρόκειτο για μια συνωμοσία των πρωταρχικών στοιχείων -της θάλασσας, του βουνού που συνδέεται συμβολικά με την Παναγία- και το μεθυστικό αγκάλιασμα μιας βραδιάς νοτισμένης, που αποπνέει ηδονικά αυτή η πλαγιά με τις ζεστές ευωδιές της, τις κρεμασμένες σε τόσα καινούργια δέντρα, σε τόσα είδη αιωνίως συμβολικά -μουριές, λιόδεντρα, συκιές, αμπέλια, πελώρια αγκάθια και λιόπουρνα-, κι ύστερα, κυπαρίσσια, που μας ξάφνιασαν ψηλά σε μια ράχη, ενώ ο ήλιος είχε σωπάσει και είκοσι θαρρείς μελαγχολικοί φρουροί ξαγρυπνούσαν και δέσποζαν στο αχανές μοναστήρι του Ξηροποτάμου. Το μουλάρι μου είχε κόψει ταχύτητα, είχα μείνει πολύ πίσω· το σκοτάδι απλωνόταν. Κι είχαμε σκαρφαλώσει τόσες απόκρημνες και ανώμαλες πλαγιές, με ομοιόμορφη ανηφορική κλίση! Ένας τοίχος από ξερολιθιά άρχιζε να βουλιάζει στην πλαγιά, που ξαφνικά ορθώθηκε σαν μεγάλη έπαλξη. Από τη βάση της ξεκινούσαν κυπαρίσσια, που δέσποζαν ψηλά πάνω στην γκρίζα μάζα της. Κοιτάξτε αυτόν τον απερίγραπτο ουρανό! Κι ύστερα, στο ψηλότερο σημείο του τοίχου, πρώτο μοναστικό όραμα, ένας νεαρός παπάς, με πρόσωπο χαλκοπράσινο, πλαισιωμένο ευγενικά από ένα μαύρο γένι, με χαιρετά από πολύ ψηλά με μια συγκινητική κάμψη του κορμού, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Το μουλάρι έτρεξε, κι ύστερα ήπιε για κάμποσο από μια κρήνη που ανάβρυζε ξυστά στην έπαλξη. Ξεκινώντας και πάλι με φόρα, με τη νεανική εκείνη ορμητικότητα και δύναμη που χαρακτηρίζει τα μουλάρια, με παρασύρει και πάλι στην πλαγιά, πλακοστρωμένη τώρα ώς το προαύλιο, όπου βλέπω από πολύ κοντά το πρώτο μοναστήρι.

Pages: 1 2 3

You may also like...